Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΝΙ ΣΚΥΤΑΛΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΝΙ ΣΚΥΤΑΛΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Μαρτίου 2023

ΦΤΑΣΑΜΕ ΚΑΙ ΕΊΜΑΣΤΕ ΚΑΛΆ!!!

 


-Πού με πας;

-Έλα, εκεί που πηγαίνω κάθε μέρα και παίζω. 

Στο γκαράζ των τρένων. 

Αφού ξέρεις ότι όταν μεγαλώσω θα μάθω να τα οδηγώ. 

-Καλά εσύ ήθελες να γίνεις πιλότος, πότε άλλαξες;

-Η μαμά μου φοβάται τα αεροπλάνα και δεν μ αφήνει να πετάξω, λέει ότι τα τρένα είναι πιο σίγουρα. 

Δεν πειράζει κι έτσι θα ταξιδεύω παντού. 

Είναι κοντά κι αυτό το γκαράζ κι όποτε μπορώ έρχομαι και παίζω μέσα στα βαγόνια και στις μηχανές. 

-Καλά πώς μπαίνεις ; 

Δεν είναι κλειδωμένες οι πόρτες;

-Ναι είναι, αλλά απο την πίσω μεριά έχουν ξεχάσει ένα μικρό παράθυρο ανοικτό. 

Όπως πάντα κάτι θα έχει ξεχαστεί!

Κάποιος δεν έκανε σωστά τη δουλειά του!


Από εκεί μπαίνω  μέσα και παίζω. 




Σήμερα έφεραν και τα βαγόνια από τα τρένα που τράκαραν, έλα πάμε σου λέω. 

Πάμε να παίξουμε γιατί δεν βλέπω να γίνομαι  ούτε οδηγός στα τρένα μετά από αυτό που έγινε. 

Σίγουρα θα άλλαξε γνώμη η μαμά μου.

- Δεν θέλω, φοβάμαι. 

Άκουσα τη δική μου μαμά να λέει ότι οι ψυχούλες θα τριγυριζουν εδώ μέχρι να βρουν το δίκιο τους.

-Τότε πάμε αμέσως, μήπως και τις δούμε ή τις ακούσουμε. 

-Οι ψυχές δεν μιλάνε. 

-ΜΙΛΑΜΕ, πώς δεν μιλάμε. 

ΦΩΝΑΖΟΥΜΕ!!!!!

Αλλά δεν μας ακούει κανείς. 

-Εμείς γιατί σας ακούμε;

-Επειδή είστε παιδιά κι έχετε αθώες ψυχές, γιαυτό μας ακούτε. 

Θα μεταφέρετε ένα μήνυμα στους αγαπημένους μας;

Θα τους πείτε ότι λυπόμαστε που τους δώσαμε τόσο μεγάλη στεναχώρια;

ΔΕΝ ΤΟ ΘΕΛΑΜΕ!!!!

Εκείνο που θέλαμε εμείς, ήταν να τελειώσουμε τις σπουδές μας, να δουλέψουμε, να παντρευτούμε και να κάνουμε παιδιά. 

Να τους δώσουμε χαρές μόνο χαρές. 

-Κι εμείς που αφήσαμε τα παιδάκια μας, λυπόμαστε που δεν θα είμαστε κοντά τους μέχρι να μεγαλώσουν. 

Δεν θέλαμε να φύγουμε έτσι ξαφνικά και να τους βυθίσουμε στον πόνο. 

-Θα τους τα πείτε όλα αυτά;

-Εμείς να τα πούμε, θα μας πιστέψουν όμως;

-Ναι, θα σας πιστέψουν. 

Θα σας πιστέψουν γιατί είστε παιδιά κι έχετε αγνές ψυχές. 

Και κάτι ακόμα. 

Πείτε τους ότι ΦΤΆΣΑΜΕ ΚΑΙ ΕΊΜΑΣΤΕ ΚΑΛΆ!

Τους αγαπάμε πολύ. 




Αφιερωμένο στα αδικοχαμένα μας παιδιά!



Είχα διαλέξει αυτή την εικόνα και είχα γράψει μια άλλη χαρούμενη ιστορία. 

Τα γεγονότα όμως δεν με άφησαν να την αναρτήσω. 


Πονάω όπως όλη η Ελλάδα. 




Η συμμετοχή μου στη συγγραφική Σκυτάλη 

της φίλης Μαίρης από την Γήινη Ματιά




Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2022

Η ΝΕΡΆΙΔΑ ( διήγημα συμμετοχή στο διαδικτυακό δρώμενο '' Μίνι Σκυτάλη #4 '' )

 Για άλλη μια φορά κοίταξε το ρολόι του. η χιλιοστή μέσα σε πέντε λεπτά.

Ανυπομονούσε να γίνει 5 η ώρα για να γνωρίσει τον κύριο Πάπας.

Θα ερχόταν από την Αμερική για την συνεργασία τους, όπως του είχε γράψει στο μέιλ που του έστειλε πριν 1 μήνα .


Το μέιλ συγκεκριμένα έγραφε:

Κύριε Ακριτίδη, λέγομαι B. Papas και κατάγομαι από την Ελλάδα.

Οι γονείς μου και οι παππούδες μου, γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Αμερική, όπως κι εγώ .

Αγαπώ όμως πολύ την χώρα μας γι'αυτό μόλις αγόρασα ένα πολύ παλιό σπίτι σε ένα χωριό και θα ήθελα εσείς και η ομάδα σας να αναλάβετε την ανακαίνιση του.

Έχω δει στο σάιτ σας πολλές δουλειές σας και διαπίστωσα ότι σέβεστε την ιστορία κάθε σπιτιού και δεν το μεταμορφώνεται σε κάτι άλλο από αυτό που είναι.

Επίσης σέβεστε και το περιβάλλον του.

Θα ήθελα να μελετήσετε τις φωτογραφίες και τα σχέδια που επισυνάπτονται  και να μου δώσετε την προσφορά σας.

Σε ένα μήνα θα έρθω στην Ελλάδα για την ανακαίνιση του σπιτιού κι αν έχω από εσάς ικανοποιητική απάντηση, θα τα πούμε από κοντά.

Φιλικά 

B. Papas


Μέχρι εδώ καλά, όταν όμως άνοιξε τις φωτογραφίες, έμεινε άφωνος!

Από τόσα γραφεία ανακαινίσεων διάλεξε το δικό του τυχαία;

Κι από τόσα παλιά σπίτια από άκρη σε άκρη της Ελλάδας, διάλεξε αυτό συγκεκριμένα, τυχαία;



Ο Λάμπρος Ακριτίδης, πολιτικός μηχανικός, είχε ένα γραφείο που αναλάμβανε εκτός από καινούργιες δουλειές και ανακαινίσεις παλιών σπιτιών .

Είχε σπουδάσει πάνω σ' αυτά.

Είχε γεννηθεί σε πόλη, αλλά κατάγονταν από ένα ορεινό γραφικό χωριό.

Η αγάπη του γι'αυτό  το χωριό τον οδήγησε να σπουδάσει πάνω στην αναπαλαίωση των παλιών σπιτιών.

Θυμάται τα ευτυχισμένα παιδικά χρόνια που πέρασε με τον παππού και την γιαγιά.

Κάθε καλοκαίρι κι όλες τις διακοπές των γιορτών, τις περνούσε εκεί μαζί με τον αδερφό του και τα ξαδέρφια του.

Η επαφή του με τα ζώα και τα φυτά , την φύση γενικά , διαμόρφωσε τον χαρακτήρα του.

Όλα όσα έμαθε τα οφείλει στον παππού και στην γιαγιά του.


Θυμάται όμως και τα χρόνια που ακολούθησαν μετά τον χαμό της γιαγιάς και σε λίγο χρονικό διάστημα του παππού.

Ο πατέρας του και οι αδερφές του, αποφάσισαν να το πουλήσουν, αφού κανείς δεν ήθελε να πάει ξανά στο χωριό.

Ήταν άδειο χωρίς αυτούς .

Ο καινούργιος ιδιοκτήτης ήθελε να το κάνει μοντέρνο για να το νοικιάζει σε τουρίστες.

Δεν θέλησε ποτέ να δει αυτή την μεταμόρφωση του.

Τί να έγινε άραγε ; 


Το εσωτερικό τηλέφωνο χτύπησε και η γραμματέας του τον ενημέρωσε ότι το ραντεβού του είχε φτάσει .

Ακριβώς 5! Καλό αυτό.

Η πόρτα άνοιξε κι ο Λάμπρος έμεινε με το στόμα ανοιχτό!

Μια νεράιδα, μια οπτασία έχασε το δρόμο της και μπήκε στο γραφείο του.

- Καλησπέρα σας κύριε Ακριτίδη. Είμαι η Betty Papas.

- Κα καλησπέρα σας, είπε και άπλωσε το χέρι του, ενώ προσπαθούσε να μαζέψει το σαγόνι του από το πάτωμα.

- Είστε έτοιμος να πάμε να δούμε από κοντά το σπιτάκι μου;

Ανυπομονώ να το δω και να μιλήσουμε για τις λεπτομέρειες.

Οι ιδέες σας και η προσφορά σας , ήταν ο,τι περίμενα και φανταζομουν.

Λοιπόν;

Ο Λάμπρος με δυσκολία κουνήθηκε κι αφού πήρε τον χαρτοφύλακα του, ξεκίνησαν .


- Είναι όπως το φανταζομουν, φώναξε μόλις πήρανε τον δρόμο που οδηγούσε στο σπίτι .

Λουσμένο στο φως!!






Πριν σταματήσει καλά καλά , πετάχτηκε έξω κι έτρεξε στην αυλόπορτα.

- Μα έλα σε παρακαλώ να με βοηθήσεις με την κλειδαριά!

Ο Λάμπρος πήρε το κλειδί και με τρεμάμενα χέρια άνοιξε την κλειδαριά.

Προχώρησαν στο μονοπάτι που οδηγούσε στο σπίτι .

Ευτυχώς που σκέφτηκε να στείλει το συνεργείο του να καθαρίσει την αυλή από τα τεράστια χόρτα και το σπίτι από τις άπειρες αράχνες.

Ενδεικτικά και τα δύο της εγκατάλειψης! 

Ήταν απαραίτητο για να έχει μια καλή εικόνα ο B. Papas που έγινε Betty Papas.

Η Betty  βλέποντας τον να κοντοστέκεται, πήρε το κλειδί από τα χέρια του και προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα του σπιτιού.

-  Πρόσεχε το πλακάκι δεξιά, κουνιέται, θα σκοντάψεις.

-!!!!!!!!

- Ελα να ανοίξουμε όλα τα παράθυρα να αναπνεύσει το σπίτι , του είπε τρέχοντας προς τις σκάλες για τον πάνω όροφο.

- Πρόσεξε , στο τρίτο σκαλί πάτα δεξιά γιατί υποχωρεί .

- Αν μου πεις ότι υπάρχει και μπαούλο στη σοφίτα με κρυμμένο σκελετό, φεύγω τώρα αμέσως.

- Μπαούλο στη σοφίτα υπάρχει , όχι όμως και σκελετός, της είπε γελώντας.

Η πόρτα της σοφίτας ήταν κλειστή αλλά το κλειδί ήταν επάνω στην κλειδαριά.

Η Betty προσπάθησε να την ανοίξει γυρνώντας το δεξιά .

- Γύρισε το αριστερά, της είπε.

Η κλειδαριά είναι ανάποδα τοποθετημένη.


- Μα μου είπες ότι θα με περίμενες να έρθουμε μαζί!

- Σε περίμενα.

-Τοτε τί συμβαίνει εδώ ; Είσαι μάντης ή κάτι άλλο;


- Θα σου πω, είπε ο Λάμπρος και μπήκε στη σοφίτα.

Αυτό ήταν το αγαπημένο μου δωμάτιο ή μάλλον όλων το αγαπημένο δωμάτιο.

Εδώ ξαπλώναμε τα μεσημέρια και η γιαγιά μας έλεγε ιστορίες!

Ιστορίες για πριγκίπισσες και νεράιδες, για ιππότες και δράκους κι ο,τί άλλο της ερχόταν στο μυαλό.

Εγώ, αδερφός μου και τα ξαδέρφια μου ζήσαμε τα ωραιότερα παιδικά χρόνια σ αυτό το σπίτι!

- Απίστευτα όλα αυτά που μου λες Λάμπρο, μου επιτρέπεις τον ενικό, έτσι;

Θα περάσουμε πολλές ώρες μαζί, προβλέπω .

Θέλω να ακούσω όλα τα παραμύθια της γιαγιάς σου!

Παρέλειψα να σου πω ότι η δουλειά μου είναι να γράφω .

Είμαι συγγραφέας παιδικών βιβλίων.

Ένας από τους λόγους που ήθελα να έρθω στην Ελλάδα, την χώρα που γεννήθηκε ο προπάππος μου, ήταν να καταγράψω όσα περισσότερα παραμύθια μπορέσω!

Προβλέπω να μένω περισσότερο εδώ παρά στην Αμερική και που ξέρεις, μπορεί και για πάντα αν έρθουν και οι γονείς μου!

Τίποτα δεν είναι τυχαίο, λοιπόν!

- Πάμε να δούμε και το υπόλοιπο σπίτι , είπε η Betty και βγήκε από την σοφίτα .

Είμαι σίγουρη ότι με περιμένουν κι άλλες εκπλήξεις!


Ο Λάμπρος καθυστέρησε λίγο γιατί άκουσε κάτι πίσω από την πόρτα, δεν είπε όμως τίποτα για να μην την τρομάξει.

Πίσω από την πόρτα ήταν κρεμασμένη η νυφική φωτογραφία του παππού και της γιαγιάς.

Ήταν σίγουρος, τους  θυμάται σοβαρούς κι αγέλαστους!

Τώρα βλέπει ένα φως να φωτίζει τα πρόσωπα τους και να χαμογελάνε!

Άκουσε την γιαγιά να λέει ότι ήρθε επιτέλους η νεράιδα για τον πρίγκιπα της!

- Ονειρεύεσαι μου φαίνεται, μονολόγισε και βγήκε από την σοφίτα.


-Κύρια Papas, που είστε ;

-Στον ενικό δεν είπαμε Λάμπρο; ακούστηκε από την άλλη μεριά η Betty.

Εντάξει, που είσαι Betty;

- Δέσποινα σε παρακαλώ, αφού είμαι στην Ελλάδα, θέλω να ακούω το όνομα μου στα ελληνικά!


-Εγινε Δέσποινα, ας κλείσουμε το σπίτι, αρκετά για σήμερα.


-Πιο κάτω στην πλατεία έχει ένα ταβερνάκι, το είδα καθώς ερχόμασταν, πάμε  να τσιμπήσουμε κάτι και να πιούμε για την συνεργασία μας, τί λες;

Θελω να ακούσω το πρώτο παραμύθι!


- Φύγαμε, είπε ο Λάμπρος και καθώς κλείδωνε την πόρτα άκουσε τον παππού Λάμπρο και την γιαγιά Δέσποινα να κρυφογελάνε!




Η παραπάνω ιστορία ήταν η προσωπική μου συμμετοχή στο διαδικτυακό δρώμενο " Μίνι Σκυτάλη #4 " που διοργανώνει η αγαπημένη μας φίλη Mary Pertax στο προσωπικό της ιστολόγιο Γήινη Ματιά.




Στο ιστολόγιο της θα βρείτε και τις υπόλοιπες συμμετοχές. 

Επέλεξα την συγκεκριμένη εικόνα , ανάμεσα σ' αυτές που μας πρότεινε κι έπλεξα το δικό μου παραμύθι .


Μαίρη μου σ ευχαριστώ πάρα πολύ για την άψογη διοργάνωση αυτού του δρώμενου και για την ευκαιρία που μας δίνεις να εμπνευστούμε από τις εικόνες σου και να γράψουμε τις δικές μας ιστορίες.

Ευχαριστώ κι όλους εσάς που επισκέφτεστε το μπλογκοσπιτακι μου και κάνετε τον κόπο να διαβάσετε τα γραφόμενα μου.


ΝΑ ΕΊΣΤΕ ΌΛΟΙ ΚΑΛΆ ΚΑΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΧΕΤΕ!!!!











Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2021

ΕΛΕΥΘΕΡΊΑ!!!!!

 





Θυμάσαι που ταξιδεύαμε;

Ήμασταν ελεύθεροι και δεν το εκτιμούσαμε.

Δεν ξέραμε την διαφορά.

Θυμάσαι το τελευταίο μας ταξίδι;

Είχαμε πάει σ εκείνο το χωριό ψηλά στο βουνό.

Πόσο όμορφα ήταν!

Το λιβάδι που απλώνονταν μπροστά από το αγροτόσπιτο όπου μέναμε!

Θυμάσαι; Καθόμασταν με τις ώρες και βλέπαμε τα άλογα που κάλπαζαν ελεύθερα.

Καθαρός αέρας, ησυχία και η μόνη μας παρέα τα ζώα και το ζευγάρι που φρόντιζε για όλα αυτά.

Θυμάσαι τις βόλτες μέσα στο δάσος που ξεκινούσε λίγο πιο ψηλά από το χωριό;

Τη μέρα που ακολούθησες τον κύριο Πέτρο για μανιτάρια, ήταν η καλύτερη σου.

Κι όταν γυρίσατε μετά από αρκετές ώρες, περιπλάνησης μέσα στα δέντρα, με πόση περηφάνια και ικανοποίηση μου έδειξες τα μανιτάρια που μάζεψες , φυσικά με τη βοήθεια του.

Πάντα ήθελες να μάθεις να ξεχωρίζεις τα μανιτάρια που τρώγονται.

Ακόμα θυμάμαι την ονειρεμένη γεύση τους.

Η κυρία Αμαλία , άριστη μαγείρισσα, είχε αναδείξει το φτωχικό της πιάτο , όπως έλεγε, στο καλύτερο gurme, που θα το χρυσοπληρώναμε στην πόλη.

Εκεί είναι η ζωή, στο χωριό, αλλά πώς μπορούμε να μείνουμε;

Μαζευτήκαμε όλοι στις πόλεις κι όταν δεν χωρούσαμε πια, μπαζώσαμε τα ρέματα, χτίσαμε  πανύψηλα σπίτια σε σαθρά χώματα, κόψαμε τα δέντρα γιατί μας ενοχλούσαν, κλείσαμε τα δρομάκια και πέσαμε στην δικιά μας παγίδα.

Τώρα μας φταίνε όλα.

Ο ένας επάνω στον άλλο, ούτε χώρος για ανάσα.

Τα μολύναμε όλα ,ακόμα και τον αέρα που αναπνέουμε και η φύση μας εκδικείται.

Τα παιδιά κλεισμένα μέσα σε τοίχους με ένα κινητό στο χέρι, δεν ξέρουν πώς να παίξουν με τα χώματα και τα νερά που παίζαμε εμείς όταν ήμασταν μικρά.

Δεν ικανοποιούνται με τίποτα, όσα παιχνίδια και να έχουν.


Και δεν έφταναν οι τοίχοι, φοράνε και τις μάσκες και δεν βλέπουμε τα χαμόγελα τους.

Πώς να ζήσεις χωρίς χαμόγελο;

Πώς να ζήσουμε χωρίς αγκαλιές και φιλιά;

Κοιτάμε ο ένας τον άλλο με καχυποψία και αλλάζουμε πεζοδρόμιο να μην αναπνεύσουμε τον ίδιο αέρα.

Γι αυτό σου λέω, θα ανέβω σε ένα άλογο και θα καλπάσω μακριά πολύ μακριά.

Τι θα πει πού θα πάω;

Μακριά, να γλυτώσω από τον καταραμένο.

Κοιμάμαι και ούτε εκεί δεν ησυχάζω.

Βλέπω εφιάλτες αντί για όνειρα.

Όνειρα! Θυμάσαι που κάναμε όνειρα;

Τώρα κι αυτά τα στερούμαστε γιατί δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει.

Ναι , ποτέ δεν ξέραμε, αλλά όνειρα κάναμε και λέγαμε πρώτα ο Θεός θα πραγματοποιηθούν.

Τι να μας κάνει κι ο Θεός; Μυαλό μας έδωσε και το πετάξαμε γιατί νομίσαμε ότι γίναμε εμείς Θεοί.

Στη θέση του μυαλού βάλαμε ένα κομπιούτερ να μετράει μόνο το χρήμα και τι μπορούμε να κάνουμε μ αυτό.

Μπορούμε να αγοράσουμε καθαρό αέρα και νερό; Μπορούμε;

 

Φοβάμαι; Ε ναι φοβάμαι.

 

Δεν φοβάμαι μόνο για μένα, για όλους φοβάμαι.

Για την μοναξιά στα νοσοκομεία και για τον κόσμο που πεθαίνει χωρίς το χάδι των δικών τους.

Ακολούθα με.

Ανέβα κι εσύ σε ένα άλογο κι έλα να καλπάσουμε μαζί.

Βρήκα πού θα πάμε.

Στο τέλος του λιβαδιού θα δώσουμε ένα σάλτο και θα πετάξουμε ψηλά στον ουρανό.

Θα πάμε σε άλλο πλανήτη και θα αφήσουνε τη Γη μας να ξεκουραστεί.

Μας βαρέθηκε κι αυτή, πώς αλλιώς να μας το πει;

 

Αυτή ήταν η δική μου συμμετοχή στη μικρή σκυτάλη #3 που διοργανώνει η Μαίρη από την Γήινη Ματιά.

Ακολουθήστε τον σύνδεσμο για να διαβάσετε και τις υπόλοιπες συμμετοχές.


Υ.Γ.

Μόλις είδα τις εικόνες , το άλογο που καλπάζει ήταν η αφορμή να αισθανθώ ότι θέλω να δραπετεύσω από τον κλοιό που σφίγγει συνεχώς γύρω μας.

Έγραψα αυτό ακριβώς που αισθάνομαι εδώ και καιρό.

Ας προσέχουμε όσο μπορούμε όλοι μας.

Να είστε καλά!!!!!!!!!

 

Κυριακή 9 Μαΐου 2021

Μίνι σκυτάλη #2 ..... ΥΠΕΡΑΤΛΑΝΤΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ!

 Τι όμορφη που είναι Θεέ μου!

Και είναι ίδια!

Ίδιο παράστημα, ίδιο πρόσωπο, ίδιο βλέμμα!!!!!!!

Μόνο που αυτής είναι αισιόδοξο και γεμάτο ελπίδα για το μέλλον, ενώ της άλλης ήταν γεμάτο αμφιβολία για όλα αυτά που την περίμεναν.

 



Ο Πολύκαρπος, όνομα και πράγμα, μόλις απέκτησε και την όγδοη κόρη, έπεσε σε βαθιά απελπισία.

Τόσα θηλυκά πώς θα τα μεγάλωνε πώς θα τα αποκαθιστούσε;

Όχι βέβαια ότι αν το όγδοο παιδί ήταν αγόρι , θα μπορούσε να κάνει κάτι γιαυτό!

Οι δύο πρώτες κόρες, οι δίδυμες, ήταν 18 χρονών κιόλας,  δλδ σε ηλικία γάμου.

Η Παγώνα τις είχε γεννήσει στα 17 της.

Γρήγορα κύλισαν 18 χρόνια , φτωχικά μεν γεμάτα με αγάπη όμως, αφού είχαν παντρευτεί από μεγάλο έρωτα.

Τότε ο κόσμος και με τα λίγα ήταν ευχαριστημένος, ιδίως στην επαρχία που όλοι είχαν την αυτάρκεια τους.

 Μόνο όταν ερχόταν η ώρα γάμου για τα κορίτσια , καταλάβαιναν την δυσκολία να τα παντρέψουν χωρίς προίκα.

Έτσι και τώρα, τα μόνα προξενιά που είχαν έρθει για τα κορίτσια  τους, ήταν από μεγαλοτσιφλικάδες που επειδή είχαν μεγάλη οικονομική επιφάνεια, ήθελαν να πάρουν νέες γυναίκες , πολλές φορές με τα μισά ή και λιγότερα από αυτούς χρόνια.

Και οι δυο τους ήταν απελπισμένοι. Για πόσο καιρό ακόμα θα μπορούσαν να μην απαντούν στους προύχοντες του κάμπου;

Ποιοι ήταν αυτοί που δεν καμάρωναν για τις τύχες των κοριτσιών τους;

Έπρεπε λοιπόν να πάρουν μια απόφαση.

Ή θα δέχονταν κάποια από τα προξενιά και θα έβαζαν τα κορίτσια τους σκλάβες σε κάποια αρχοντικά ή θα τις έστελναν μακριά , στην Αμερική για να παντρευτούν με κάποιον Έλληνα  μετανάστη ..

Πριν λίγο καιρό έφτασε ένας προξενητής και στο δικό τους χωριό κι αφού έδειξε τα επίσημα χαρτιά του, είπε σε όλους τους κατοίκους τον λόγο για τον οποίο γύριζε όλη την επαρχία.

Πολλές κοπέλες είχαν δεχτεί να φύγουν για να γλυτώσουν από τη φτώχεια τους.

Άγνωστο το μέλλον τους, αλλά φάνταζε πιο φωτεινό από το σκοτεινό του χωριού τους.

Σήμερα κιόλας θα μιλούσαν στα κορίτσια τους και θα υπάκουαν στη δική τους απόφαση.

Δική τους ήταν η ζωή, αυτές θα αποφάσιζαν. Έτσι τις είχαν μεγαλώσει.

Τα κορίτσια τους, το Μαρουλιώ και το Κατινιώ, με πολλή μεγάλη στεναχώρια , σκέφτηκαν να φύγουν, ελπίζοντας ότι θα περνούσαν καλύτερα εκεί.

Ήξεραν τους τσιφλικάδες που είχαν στείλει προξενιά και προτιμούσαν να κλειστούν σε μοναστήρι παρά να τους παντρευτούν.

Ήταν οι δυνάστες της περιοχής τους και φαντάζονταν το μέλλον που θα τις περίμενε κοντά τους.

Τον μόνο όρο που θέλησαν να βάλουν, ήταν να είναι κοντά οι δυο αδερφές, γιατί δεν μπορούσαν η μια χωρίς την άλλη.

Μόλις επέστρεψε ο προξενητής, του ανακοίνωσαν την απόφαση των κοριτσιών και τον όρο τους.

Δεν υπήρχε πρόβλημα , τους διαβεβαίωσε εκείνος, γιατί όλοι οι Έλληνες άνδρες που ζητούσαν κοπέλες από τη χώρα τους, ήταν κάτοικοι της ίδιας περιοχής .

Είχαν εγκατασταθεί εκεί από τους πρώτους , αλλά δεν θέλησαν να ζευγαρώσουν με άλλες φυλές.

Έτσι είχαν στείλει  εκπρόσωπο τους με όλα τα νόμιμα χαρτιά για να μπορέσει να βρει κοπέλες της παντρειάς από την Ελληνική επαρχία.

Με πολύ κόπο και μεγάλη στεναχώρια, η Παγώνα κι ο Πολύκαρπος , ετοίμασαν τα μπαούλα των αγαπημένων τους κοριτσιών , γνωρίζοντας πως ίσως δεν θα τις έβλεπαν ποτέ ξανά.

Το ίδιο σκέφτονταν και τα κορίτσια, αλλά το έδιωχναν από το μυαλό τους.

Η ώρα του αποχωρισμού έφτασε κι ο σπαραγμός ήταν πολύ μεγάλος.

Το Μαρουλιώ και το Κατινιώ υποσχέθηκαν στους αγαπημένους τους γονείς να τους γράφουν κάθε μέρα ,από τη στιγμή που θα πατούσαν στο πλοίο μέχρι που θα έφταναν στην Αμερική.

Το ταξίδι κράτησε ένα μήνα και η ταλαιπωρία ήταν μεγάλη, αλλά δεν πέρασε μέρα χωρίς να γράψουν έστω και λίγες λέξεις σε ένα χαρτί για τους γονείς τους.

Αφού έφτασαν επιτέλους , έπρεπε να περιμένουν άλλες δυο εβδομάδες σε καραντίνα  για να γίνου οι απαραίτητες εξετάσεις πριν πατήσουν στο Αμερικάνικο έδαφος.

Αυτό δεν τις πείραξε, γιατί θα ξεκουράζονταν μετα από τόσες μέρες ταξίδι και φυσικά θα μπορούσαν να απαλλαγούν από τα βρώμικα ρούχα τους.

Όλες οι λεπτομέρειες ήταν γραμμένες στο ημερολόγιο τους.

Έφτασε επιτέλους η μέρα που θα συναντούσαν τους Έλληνες γαμπρούς.

Η αγωνία μεγάλη , όσο κι αν ο προξενητής τις διαβεβαίωνε ότι όλα θα πήγαιναν καλά .

Οι κοπέλες ήταν πάρα πολλές κι από όλα τα μέρη της Ελλάδας.

Μέχρι το βράδυ είχαν βρει όλες το ταίρι τους και είχαν ακολουθήσει τον άνδρα που τις έλαχε.

Ο αποχωρισμός των αδερφάδων ήταν πολύ δύσκολος και αφού τις υποσχέθηκαν ότι σε λίγες μέρες θα αντάμωναν, κατάφεραν να ξεκινήσουν, η κάθε μια σε άλλη κατεύθυνση.

Οι προσευχές των γονιών τους είχαν πιάσει και οι άνδρες τους ήταν καλά και νοικοκυρεμένα παιδιά!

 Ο ένας είχε ένα μικρό μαγέρικο κι ο άλλος ένα μικρό ραφείο.

Δεν ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά , αλλά η καλοσύνη τους τις έκανε να τους αγαπήσουν σιγά σιγά και να κάνουν οικογένειες με τρία παιδιά η κάθε μια.

Το ημερολόγιο ενημερωνόταν καθημερινά και μια φορά τον μήνα έστελναν κι ένα γράμμα στους γονείς  τους που το περίμεναν με μεγάλη αγωνία για να μάθουν τα νέα των κοριτσιών τους.

Όλο το χωριό είχε γιορτή τότε, γιατί συνέπασχαν κι αυτοί μαζί τους.

Κι όταν έστελναν και μερικά δολάρια, ε τότε τους κερνούσαν όλους στο καφενείο του χωριού.

Το μόνο κακό ήταν ότι δεν μπόρεσαν να γυρίσουν ποτέ πίσω κι αυτός ήταν ο μεγάλος τους καημός.

Είχαν βάλει τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους αργότερα, να τους υποσχεθούν ότι θα προσπαθούσαν να γυρίσουν κάποια στιγμή για να γνωρίσουν τα μέρη των παππούδων τους.

1921-2021, 100 χρόνια μετά , η δισέγγονη της Μαρουλιώς, πήρε την απόφαση να κάνει αυτό το ταξίδι και να παντρευτεί εκεί, στο χωριό της προγιαγιάς της,  με τον αγαπημένο της καρδιάς της.

Βρήκε και γνώρισε από κοντά όλους τους συγγενείς τους, με τους οποίους δεν είχαν πάψει ποτέ να επικοινωνούν έστω και αραιά.

Συνέχισαν να γράφουν στο ημερολόγιο της γιαγιάς και προγιαγιάς ακόμη και οι νεότερες γενιές.

Με το νυφικό της προγιαγιάς Μαρουλίως στις βαλίτσες της, που το είχαν επιμεληθεί οι καλύτερες μοδίστρες του οίκου μόδας πλέον, των δικών της γονιών που αφού το άλλαξαν αρκετά ώστε να μπορεί να φορεθεί έναν αιώνα μετά, η Mary, έφτασε στο χωριό της.

Η νυφική φωτογραφία της προγιαγιάς Μαρουλιώς, η μοναδική που είχε βγάλει στον γάμο της, την περίμενε σε περίοπτη θέση.

Όλοι είχαν να πουν για την ομοιότητα τους.

Τι όμορφη που είναι Θεέ μου!

Και είναι ίδια!

Ίδιο παράστημα, ίδιο πρόσωπο, ίδιο βλέμμα!!!!!!!

Πόσο έμοιαζαν προγιαγιά και δισέγγονή!

Μόνο που αυτής είναι αισιόδοξο και γεμάτο ελπίδα για το μέλλον, ενώ της άλλης ήταν γεμάτο αμφιβολία για όλα αυτά που την περίμεναν.

 

Η Παγώνα κι ο Πολύκαρπος από ψηλά καμάρωναν τη τρισέγγονη τους.

Όλα μπήκαν στη θέση τους και τώρα που τα ταξίδια ήταν υπόθεση ωρών, δεν θα χάνονταν ποτέ ξανά ξαδέρφια και τριτοξάδερφα.

 

Η δική μου συμμετοχή στη μίνι σκυτάλη που διοργανώνει με μεγάλη επιτυχία η Μαίρη από τη Γήινη Ματιά.




Με αφορμή την  φωτογραφία που μου κληρώθηκε , έγραψα την ιστορία αυτή, η οποία φυσικά είναι φανταστική.

Ανάλογα γεγονότα όμως , έχουν συμβεί, γιατί η Ελλάδα ως γνωστόν, έκανε πάντα μεγάλη εξαγωγή  ανθρώπινου δυναμικού. 

 

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΗΣ ΜΑΝΟΥΛΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΙ ΕΥΧΟΜΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΑΠΟΧΩΡΙΖΕΤΑΙ ΚΑΜΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑ ΚΑΝΕΝΑ ΛΟΓΟ..

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2021

ΧΑΣΙΜΟ ΧΡΟΝΟΥ!!!!

 Περιμένω τα εγγονάκια μου και είμαι πολύ χαρούμενη!

Μπορεί να τα βλέπω κάθε μέρα από τον υπολογιστή μου, αλλά δεν είναι το ίδιο.

Λαχταρώ να τα δω από κοντά και να τα αγκαλιάσω, έστω φορώντας αυτές τις διαστημικές στολές.


Έτσι μας περίμενε και η δική μας γιαγιά, δίπλα στο τζάκι, πλέκοντας ή ράβοντας ή κάνοντας ό,τι άλλο την ευχαριστούσε, περιτριγυρισμένη με τα χιλιάδες μικροπραγματάκια που μάζευε για χρόνια!

Τα κληρονομήσαμε όλα και μας τη θυμίζουν πάρα πολύ έντονα, κάθε στιγμή. 

Ο παππούς προσπαθούσε να πετάξει μερικά, αλλά ποτέ δεν τα κατάφερνε, θαρρείς και τα είχε όλα μετρημένα η καλή μας η γιαγιάκα.

Την είχα ικανή και γι αυτό !





Η γιαγιά μας, ήξερε πώς να μας κάνει να ενδιαφερθούμε για την δημιουργική απασχόληση.

Από το τίποτα, έφτιαχνε από κούκλες μέχρι παπλώματα!

Ήξερε να λέει και ωραία παραμύθια.

Τότε βέβαια τα παραμύθια είχαν δράκους και νεράιδες και χαρούμενο τέλος. τώρα είναι τελείως διαφορετικά.

Δεν πιστεύουν αυτά που τους διηγούμαι, νομίζουν ότι τα βγάζω όλα από το μυαλό μου!

Έχουν πολλή πλάκα όπως με κοιτάζουν με το στόμα ανοικτό, όταν τους λέω ότι πηγαίναμε μαζί με τη γιαγιάκα μου στο Super Market και ψωνίζαμε.

Είχαμε γράψει τί θέλαμε, αλλά μερικές φορές, παίρναμε κι ό,τι άλλο μας άρεσε.

Μπορούσαμε να βγούμε από το πρόγραμμα, χωρίς πρόβλημα.

Ρωτάνε γιατί, αφού τα στέλνουν στο σπίτι κάθε εβδομάδα από τα καταστήματα.

Αποθηκεύουν στον υπολογιστή όλα όσα χρειάζονται για την εβδομάδα, ανάλογα με τα άτομα που ζουν σε κάθε σπίτι και μια συγκεκριμένη μέρα και ώρα , αυτά παραδίδονται στα σπίτια.

Ήταν τόσο όμορφη αυτή η βόλτα κι όμως δεν μπορούν να το καταλάβουν. 

Πάντα γυρίζαμε με μια έξτρα λιχουδιά κι αυτό μας έκανε ευτυχισμένες!

Και μόνο που με κρατούσε από το χεράκι και περπατούσαμε χωρίς να βιαζόμαστε, μας έδινε μεγάλη χαρά!

-Είναι χάσιμο χρόνου, λένε!


Αν πεις και για τα αυτοκίνητα, γελάνε όταν ακούνε να τους λέω ότι οδηγούσαμε στους δρόμους που πολλές φορές είχαν και κακοτεχνίες και κυκλοφοριακό κομφούζιο.

 Όμως η δική μου γιαγιά πάντα είχε στην τσάντα της πράγματα για να μας απασχολήσει μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας.

-Γιατί να τρέχουν στους δρόμους τα αυτοκίνητα κι όχι στον ουρανό; ρωτάνε.

Οι δρόμοι χαλάνε, θέλουνε επισκευή, στις ώρες αιχμής υπάρχει χάσιμο χρόνου και ταλαιπωρία.

Ενώ πετώντας, γλυτώνεις από όλα αυτά.

Δεν με πείθουν, γιατί εγώ δεν έχω συνηθίσει ακόμα αυτόν τον τρόπο μετακίνησης.

Ζαλίζομαι κάθε φορά που απογειώνεται το αυτοκίνητο και σε πέντε λεπτά πετάμε στον αέρα. 


Βλέπουν να μαγειρεύω και ρωτάνε γιατί το κάνω, αφού με δυο τρία χαπάκια μπορώ να πάρω όλα όσα χρειάζεται ο οργανισμός μου.

Τους εξηγώ ότι μου αρέσει να φροντίζω την οικογένεια μου με νόστιμα φαγητά, μαγειρεμένα από μένα.

Με υλικά, που όσο πάει και πιο δύσκολα πια προμηθεύομαι, αντιστέκομαι στον καινούργιο τρόπο διατροφής.

Είναι χάσιμο χρόνου , λένε.

Χάσιμο χρόνου, να μαζευτεί η οικογένεια γύρω από ένα τραπέζι, να φάει , να μιλήσει, να γελάσει;;

Ακόμα και να  μαλώσει, ακόμα κι αυτό μας, κρατάει  ζωντανούς κι ελεύθερους.


Χαίρονται όταν τους δείχνω πώς να κατασκευάσουμε κάτι με ανακυκλώσιμα υλικά, που ομολογώ ότι τα έχω εδώ και πάρα πολλά χρόνια, αλλά πάλι ρωτάνε γιατί!

-Γιατί , η χαρά της δημιουργίας, δεν μπορεί να αντικατασταθεί με τίποτα έτοιμο.

-Είναι χάσιμο χρόνου, γιαγιά!


Τους αρέσει να ακούνε πώς γνωρίστηκα με τον παππού τους και δεν πιστεύουν ότι πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο και οι δύο.

Εγώ σε πιο μικρή τάξη κι εκείνος, σαν πιο μεγάλος , με πρόσεχε και με συνόδευε στο σπίτι μου.

-Γιατί πηγαίνατε στο σχολείο , αφού μπορούσατε να τα μάθετε όλα από το σπίτι μέσω διαδικτύου;

Ήταν χάσιμο χρόνου, λένε.


-Και η χαρά να είσαι κοντά με τον άνθρωπό σου;

Να τον ακουμπάς, να τον αγκαλιάζεις, να τον μυρίζεις , να τον φιλάς;

-Δεν φοβόσασταν τους ιούς, καλέ γιαγιά;


-Όλα αυτά τα άσχημα,  από τους ιούς ξεκίνησαν, παιδιά μου.

Ήταν πριν 80 χρόνια, νομίζω το 2020, παιδάκι στον παιδικό σταθμό εγώ κι όμως θυμάμαι πολύ καλά την τρομοκρατία που επικρατούσε για χρόνια.


Μη βγαίνεις από το σπίτι, μην ακουμπάς κανέναν και πουθενά, μη πας για καφέ, μη βλέπεις τους φίλους σου, μη τρως έξω, μη πας σχολείο, μη πας διακοπές, ταξίδια,  μη μη μη ......

Φόρα τα μάσκα πάντα και παντού, να μη φαίνεται το πρόσωπό σου, να μη χαμογελάς, να μη μιλάς, να μην αναπνέεις.


Τα βλέπουν όλα σωστά, γιατί έτσι έμαθαν τα καημένα!


Όλα γίνονται μηχανικά και από το διαδίκτυο και δουλεύουν ασταμάτητα 24 ώρες το 24ωρο.

Ακόμα κι όταν κοιμούνται, έχουν τα ακουστικά στα αυτιά τους κι ο εγκέφαλος τους καταγράφει τα μηνύματα που έρχονται συνέχεια.

Δεν υπάρχει ελευθερία , δεν το καταλαβαίνουν όμως, νομίζουν ότι αυτό είναι το σωστό.


Προσπαθώ να τους μάθω όσα πιο πολλά μπορώ, να τα θυμούνται έστω, μήπως κάποτε αποφασίσουν να αποκτήσουν πάλι την ελευθερία τους, την πραγματική ελευθερία.


Το μακρινό 2100, η εγγονή μου, γιαγιά πια, γράφει και παίρνει μέρος στη mini Σκυτάλη  #1.284.198 της Μαίρης,  που έχει το μπλογκ  ΓΗΙΝΗ ΜΑΤΙΑ  που το κληρονόμησε από τη γιαγιά της  Mary Pertax.




Εύχομαι όλα αυτά να είναι δημιούργημα της νοσηρής φαντασίας μου και όλα να εξελιχθούν τελείως διαφορετικά. 

Καλά που ράβω ή ζωγραφίζω όλη την ημέρα και περνάω την καραντίνα κάπως υποφερτά, αλλιώς τί άλλα φοβερά και τρομερά θα έγραφα;

Μαίρη μου σ ευχαριστώ που μας παρακινείς με τις προτροπές σου.

Όλες οι ιστορίες είναι υπέροχες και μπορείτε να βρείτε τα links ΕΔΩ

Έχετε άπλετο χρόνο, διαβάστε τες και πείτε μας τη γνώμη σας γι αυτό το δρώμενο.




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...