Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστοριες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστοριες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 12 Απριλίου 2022

ΗΛΙΟΒΑΣΊΛΕΜΑ!! ( διήγημα συμμετοχή στο δικτυακό δρώμενο " Εικονα και φράση #2 " )

 



ΗΛΙΟΒΑΣΊΛΕΜΑ!!!



Η Λιούμπα σηκώθηκε νοχελικά από την ξαπλώστρα, άφησε το βιβλίο που διάβαζε κι ακούμπησε στην κουπαστή. 

Έμεινε να κοιτάζει τον ήλιο που βουτούσε στα καταγάλανα ήρεμα νερά του Αιγαίου. 

Της άρεσε αυτή η στιγμή και κάθε απόγευμα στεκόταν εκεί κι απολάμβανε το ηλιοβασίλεμα. 

Ηλιοβασίλεμα στα ελληνικά νερά!

Πόσες φορές είχε διαβάσει γιαυτό στα ταξιδιωτικά περιοδικά που έπεφταν στα χέρια της και να τώρα που το απολάμβανε ζωντανά. 

Μόλις έσβησε και το τελευταίο κομματάκι του ήλιου, κίνησε να βρει την παρέα της για να κατέβουν όλοι μαζί στο νησί που είχαν φτάσει. 

Ο μόνος τρόπος για να δει όσο πιο πολλά νησιά μπορούσε, ήταν να πάει κρουαζιέρα με ιστιοπλοϊκό. 

Έτσι κάθε απόγευμα έπιαναν λιμάνι σε διαφορετικό νησί και κατέβαιναν για να θαυμάσουν τις ομορφιές του , να δοκιμάσουν τα τοπικά προϊόντα και να γλεντήσουν μέχρι το πρωί σε κάποιο από τα παραθαλάσσια μπαρ.

Με αέρινα φορέματα και σανδάλια τα κορίτσια, βερμούδες και πολύχρωμα πουκάμισα τα αγόρια, κατηφόρισαν στα καλντερίμια του νησιού. 

Έτρεχαν να προλάβουν να δουν τα πυροτεχνήματα που φαίνονταν ήδη στον ουρανό, σημάδι ότι το γλέντι ήδη είχε αρχίσει. 


-Από δω από δω .

Τρέχα Λιούμπα γρήγορα.  Φυλάξου. 

Γρήγορα στο καταφύγιο. 

Άσε το βιβλίο και τρέχα. 

Ίσα που πρόλαβαν να κρυφτούν και οι πρώτες βόμβες έσκασαν πάνω από τα κεφάλια τους.


-Λιούμπα, εδώ εδώ είναι το γλέντι, τρέχα. 

Έλα να χορέψουμε. 

Μπήκαν στο χορό κι έγιναν ένα με τους υπόλοιπους νέους που διασκέδαζαν χορεύοντας και τραγουδώντας. 


-Άφησε παιδί μου το βιβλίο, ακόμα και στο καταφύγιο το κουβαλάς. 

Πιάσε μια γωνιά να περάσουμε τη νύχτα. 

Δεν μας βλέπω να βγαίνουμε γρήγορα και σήμερα το βράδυ. 


-Κοιτα Λιούμπα, βρήκαν τραπέζι. 

Ωραία θα περάσουμε και σήμερα το βράδυ. 

-Καλά έλεγαν οι ξαδερφες μου, η ζωή στην Ελλάδα είναι αλλιώς. 

Όσο κι αν κουράζεσαι, ο ήλιος, η θάλασσα, το τραγούδι, ο χορός,  είναι τα φάρμακα που σε ξεκουράζουν. 

Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να μετακομίσουμε εδώ. 

Θα πραγματοποιηθεί και το όνειρο της γιαγιάς, να έρθει στην Ελλάδα, στη μάνα πατρίδα, όπως τη λέει. 

Θα επιστρέψω και θα ετοιμάσω τα χαρτιά μας, τελείωσε. 


-Αυτό ήταν, τελείωσε. 

Δεν αντέχω άλλο. 

-Λιούμπα, καλά μας λέει η γιαγιά, πρέπει να φύγουμε από δω , να πάμε στην Ελλάδα. 

Κοίτα να ετοιμάσεις τα χαρτιά μας και μόλις γυρίσει ο πατέρας σας με το καλό, να φύγουμε. 

Να ζήσουμε ειρηνικά κι ας αφήσουμε εδώ την περιουσία που με τόσο  κόπο έκαναν οι παππούδες μας. 

Μόνο να γυρίσει ζωντανός, Παναγία μου. 


-Τί βραδιά κι αυτή!

Περάσαμε τέλεια, ε Λιούμπα;

Πάμε για ύπνο στο πλοίο και το βράδυ θα συνεχίσουμε το γλέντι στο επόμενο νησί. 


-Τί βραδιά κι αυτή. 

Πάμε για ύπνο Λιούμπα, να ξεκουραστουμε λίγο, γιατί το βράδυ πάλι θα έχουμε "γλέντι". 

Κοίτα μη ξεχάσεις το βιβλίο σου .

Αμάν παιδάκι μου, ο κόσμος καίγεται κι εσύ χωμένη στο βιβλίο σου. 

Ήθελα να ήξερα τί διαβάζεις. 


-Το βιβλίο σε ταξιδεύει σε κόσμους υπαρκτούς και ανύπαρκτους, που ούτε καν τους φαντάστηκες.

Είναι ο μόνος τρόπος για να ξεπεράσω όλο αυτό που γίνεται εδώ, μάνα. 


Να είσαι σίγουρη όμως, ότι θα σας πάω εκεί που δεν θα χρειαστεί να τρέχετε πια στα καταφύγια. 

Θα αρχίσουμε από την αρχή και θα τα καταφέρνουμε. 

Μόνο να ζήσουμε ειρηνικά. 




Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο κάλεσμα του δρώμενου που μας έδωσε  Η Μαίρη με τη Γήινη Ματιά.

" Εικονα και φράση #2"




Διάλεξα την πρώτη εικόνα. 



Εδώ  μπορείτε να διαβάσετε και τις άλλες συμμετοχές 


Μαίρη μου, σ ευχαριστώ πολύ κι εγώ για την ευκαιρία που μας δίνεις, να γράψουμε αυτά που σκεφτόμαστε με έναν άλλο τρόπο. 

Ελπίζω να συνεχίσουμε να ζούμε ειρηνικά και να απολαμβάνουμε τις χάρες της πατρίδας μας .


ΝΑ ΕΙΣΤΕ ΟΛΟΙ ΚΑΛΑ. 

 



Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2022

ΗΜΕΡΗΣΙΟ ΠΡΌΓΡΑΜΜΑ!!!

 Γειά σας φίλοι μου. 

Είπα σήμερα να μη σας δείξω κάποια  δημιουργία μου, αλλά να τα πούμε λίγο  

Όλα καλά;

Πώς περνάτε;

Εγώ είμαι μια χαρά. 

Πάω τις βόλτες μου, πίνω το κακάο ή το τσάι μου, πάντα με παρέα , σε ωραίο χώρο με μουσική παρακαλώ. 

Μη το πείτε πουθενά και μας πιάσουν, έτσι;

Μεταξύ μας αυτά. 



Λοιπόν, το ημερήσιο πρόγραμμα έχει ως εξής:


Πρωί προς τα ανατολικά, απόγευμα προς τα δυτικά. 

Είπαμε τσαγακι, μουσική και καλή παρέα. 

Τί θέλει ο άνθρωπος  για να είναι χαρούμενος;


Αφού πιούμε το τσαγάκι μας, ακολουθεί το branch,

έτσι δεν το λένε;

Ομελέτα, γαλοπούλα, ντομάτα κι ό,τι άλλο ήθελε προκύψει. 

Ακούμε πάντα μουσική, μη ξεχνιόμαστε, ρίχνουμε και μια γυροβολιά, δεν μας βλέπει κανείς, μεταξύ μας είμαστε. 

Κάνουμε και την πρωινή μας γυμναστική κρατώντας το κοντάρι της σφουγγαριστρας ή την κουτάλα. 

Για βαράκια, τον κουβά και τις κατσαρόλες. 


Μ αυτά και μ αυτά, πέρασε η ώρα και πεινάσαμε. 

Θα φάμε ό,τι έχει μέσα το τσουκάλι μας, βρε αδερφέ, ο καλός ο μύλος όλα τα αλέθει. 

Λίγο προσοχή στις θερμίδες, γιατί δεν θα χωράμε να περάσουμε από την εξώπορτα. 


Η ώρα πήγε 2, καιρός να ξεκουραστεί το κορμάκι μας λίγο.

Μετά από τόση κρεπάλη, το χρειάζεται. 

Μεταφερόμαστε λίγο πιο Βόρεια, έτσι εκεί καλά είναι. 


Μη νομίζετε ότι η παρέα έφυγε.  

Όχι όχι, εδώ είναι. 

Μιλάμε, ανταλλάσουμε φωτογραφίες και μηνύματα, συνταγές, γιατί όπου ναναι θα σηκωθούμε και θα πεινάμε πάλι. 


Πέρασε η ώρα, καιρός για μετακίνηση. 

Πάμε Δυτικά αυτή τη φορά, σε ένα άλλο χώρο, με μουσική πάντα. 

Η διακόσμηση του είναι λίγο προχό θα έλεγα, διάφορα ετερόκλητα αντικείμενα δεσπόζουν στο χώρο, αλλά δεν μας πειράζει καθόλου, εμείς περνάμε καλά;

Αυτό έχει σημασία. 

Η παρέα πάντα εδώ, μας ακολουθεί και συμμετέχει στα δρώμενα. 

Της μιλάω, απαντάει και αν δεν το προσέξατε, είμαστε μια χαρούμενη ατμόσφαιρα, είμαστε. 

(Ντίνος Ηλιούπολος)


Υπάρχει και μηχανή που συμμετέχει κι αυτή. 

Τί είδους μηχανή;

Διαλέξτε, μοτοποδήλατο θέτε, παπάκι θέτε, ραπτομηχανή θέτε;

Εσείς τί λέτε, ποια μπορεί να υπάρχει;

Πάντως και σ αυτή μιλάω και μου απαντάει. 



Έφτασε το βράδυ. 

Πώς περνάει η ώρα με ευχάριστη παρέα, ε;

Μεταφερόμαστε πάλι ανατολικά .

Μην ανησυχείτε, δεν πάμε μακριά. 

Εκεί που πήγαμε το μεσημέρι για ξεκούραση. 


Η μηχανή κάνει θόρυβο και πρέπει να σταματήσει. 

Αν την αφήσουμε ελεύθερη, όλη τη νύχτα θα δουλεύει, οπότε τη βγάζουμε από την πρίζα και ησυχάζουμε. 


Η μηχανή σταμάτησε, αλλά εμείς μπορούμε να συνεχίσουμε με δουλειά στο χέρι. 

Σσσσσσσ!!!!

Ανάβουμε το δυνατό φως και συνεχίζουμε. 


Η παρέα εδώ, αλλά τώρα δεν μιλάμε για λίγο. 

9 με 12 είναι η ώρα της ενημέρωσης. 

Βέβαια, να δούμε τί γίνεται στον κόσμο, αν απεγκλωβίστηκαν οι Εσκιμώοι, αν επήλθε Σασμός,

αν έληξε η μουρμούρα , αν χόρεψαν καλά οι χορευτές, αν βγήκαν νέα ταλέντα. 

Τέτοια σοβαρά πράγματα, πιο σοβαρά δυσκολεύουν την πέψη και τον ύπνο, οπότε τα αποφεύγουμε. 


Μη νομίζετε όμως  ότι καθόμαστε με τα χέρια σταυρωμένα 3 ώρες! 

 Ε όχι δα!

Όλο και κάποιο πανάκι και κάποιες κλωστούλες θα τα απασχολούν. 

Φυσικά και βελόνες. 


ΠΡΟΣΟΧΉ!!!!

Στις 12 νταν, τα μαζεύουμε όλα, ιδίως καρφίτσες και βελόνες, γιατί το δυνατό φως είναι από την άλλη μεριά του κρεβατιού, όχι τη δική μου, καταλάβατε!


Η μέρα ήταν εξαντλητική!

Διανύσαμε χιλιάδες εκατοστά από το πρωί, αλλάξαμε δύο φορές ρούχα, φάγαμε τρεις φορές, καλά τέσσερις, εντάξει πέντε, ούτε μια παραπάνω, τί άλλο θέτε;

Παντού σας πήγα, από ανατολή μέχρι τη δύση κι από το βορά μέχρι το νότο. 


Πού θα πάει, θα μεγαλώσει η μέρα, θα ανέβει η θερμοκρασία, θα φύγει ο καταραμένος και θα βγούμε από την εικονική πραγματικότητα. 


Μέχρι τότε φίλοι μου , να προσέχετε και να είστε όλοι καλά. 

Αντε να σας δείξω τί ράβουμε παρέα, εγώ κι εσείς. 

Γιατί φυσικά εσείς είστε η παρέα που με ακολουθεί παντού, όπου κι αν πάω, ό,τι κι αν κάνω. 

πάπλωμα βιβλιοθήκη 


Εγώ σας μιλάω, αν δεν μ ακούτε, φτιάξτε το σήμα σας.

Φιλιά πολλά διαδικτυακά και ακίνδυνα. 






Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2021

ΕΛΕΥΘΕΡΊΑ!!!!!

 





Θυμάσαι που ταξιδεύαμε;

Ήμασταν ελεύθεροι και δεν το εκτιμούσαμε.

Δεν ξέραμε την διαφορά.

Θυμάσαι το τελευταίο μας ταξίδι;

Είχαμε πάει σ εκείνο το χωριό ψηλά στο βουνό.

Πόσο όμορφα ήταν!

Το λιβάδι που απλώνονταν μπροστά από το αγροτόσπιτο όπου μέναμε!

Θυμάσαι; Καθόμασταν με τις ώρες και βλέπαμε τα άλογα που κάλπαζαν ελεύθερα.

Καθαρός αέρας, ησυχία και η μόνη μας παρέα τα ζώα και το ζευγάρι που φρόντιζε για όλα αυτά.

Θυμάσαι τις βόλτες μέσα στο δάσος που ξεκινούσε λίγο πιο ψηλά από το χωριό;

Τη μέρα που ακολούθησες τον κύριο Πέτρο για μανιτάρια, ήταν η καλύτερη σου.

Κι όταν γυρίσατε μετά από αρκετές ώρες, περιπλάνησης μέσα στα δέντρα, με πόση περηφάνια και ικανοποίηση μου έδειξες τα μανιτάρια που μάζεψες , φυσικά με τη βοήθεια του.

Πάντα ήθελες να μάθεις να ξεχωρίζεις τα μανιτάρια που τρώγονται.

Ακόμα θυμάμαι την ονειρεμένη γεύση τους.

Η κυρία Αμαλία , άριστη μαγείρισσα, είχε αναδείξει το φτωχικό της πιάτο , όπως έλεγε, στο καλύτερο gurme, που θα το χρυσοπληρώναμε στην πόλη.

Εκεί είναι η ζωή, στο χωριό, αλλά πώς μπορούμε να μείνουμε;

Μαζευτήκαμε όλοι στις πόλεις κι όταν δεν χωρούσαμε πια, μπαζώσαμε τα ρέματα, χτίσαμε  πανύψηλα σπίτια σε σαθρά χώματα, κόψαμε τα δέντρα γιατί μας ενοχλούσαν, κλείσαμε τα δρομάκια και πέσαμε στην δικιά μας παγίδα.

Τώρα μας φταίνε όλα.

Ο ένας επάνω στον άλλο, ούτε χώρος για ανάσα.

Τα μολύναμε όλα ,ακόμα και τον αέρα που αναπνέουμε και η φύση μας εκδικείται.

Τα παιδιά κλεισμένα μέσα σε τοίχους με ένα κινητό στο χέρι, δεν ξέρουν πώς να παίξουν με τα χώματα και τα νερά που παίζαμε εμείς όταν ήμασταν μικρά.

Δεν ικανοποιούνται με τίποτα, όσα παιχνίδια και να έχουν.


Και δεν έφταναν οι τοίχοι, φοράνε και τις μάσκες και δεν βλέπουμε τα χαμόγελα τους.

Πώς να ζήσεις χωρίς χαμόγελο;

Πώς να ζήσουμε χωρίς αγκαλιές και φιλιά;

Κοιτάμε ο ένας τον άλλο με καχυποψία και αλλάζουμε πεζοδρόμιο να μην αναπνεύσουμε τον ίδιο αέρα.

Γι αυτό σου λέω, θα ανέβω σε ένα άλογο και θα καλπάσω μακριά πολύ μακριά.

Τι θα πει πού θα πάω;

Μακριά, να γλυτώσω από τον καταραμένο.

Κοιμάμαι και ούτε εκεί δεν ησυχάζω.

Βλέπω εφιάλτες αντί για όνειρα.

Όνειρα! Θυμάσαι που κάναμε όνειρα;

Τώρα κι αυτά τα στερούμαστε γιατί δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει.

Ναι , ποτέ δεν ξέραμε, αλλά όνειρα κάναμε και λέγαμε πρώτα ο Θεός θα πραγματοποιηθούν.

Τι να μας κάνει κι ο Θεός; Μυαλό μας έδωσε και το πετάξαμε γιατί νομίσαμε ότι γίναμε εμείς Θεοί.

Στη θέση του μυαλού βάλαμε ένα κομπιούτερ να μετράει μόνο το χρήμα και τι μπορούμε να κάνουμε μ αυτό.

Μπορούμε να αγοράσουμε καθαρό αέρα και νερό; Μπορούμε;

 

Φοβάμαι; Ε ναι φοβάμαι.

 

Δεν φοβάμαι μόνο για μένα, για όλους φοβάμαι.

Για την μοναξιά στα νοσοκομεία και για τον κόσμο που πεθαίνει χωρίς το χάδι των δικών τους.

Ακολούθα με.

Ανέβα κι εσύ σε ένα άλογο κι έλα να καλπάσουμε μαζί.

Βρήκα πού θα πάμε.

Στο τέλος του λιβαδιού θα δώσουμε ένα σάλτο και θα πετάξουμε ψηλά στον ουρανό.

Θα πάμε σε άλλο πλανήτη και θα αφήσουνε τη Γη μας να ξεκουραστεί.

Μας βαρέθηκε κι αυτή, πώς αλλιώς να μας το πει;

 

Αυτή ήταν η δική μου συμμετοχή στη μικρή σκυτάλη #3 που διοργανώνει η Μαίρη από την Γήινη Ματιά.

Ακολουθήστε τον σύνδεσμο για να διαβάσετε και τις υπόλοιπες συμμετοχές.


Υ.Γ.

Μόλις είδα τις εικόνες , το άλογο που καλπάζει ήταν η αφορμή να αισθανθώ ότι θέλω να δραπετεύσω από τον κλοιό που σφίγγει συνεχώς γύρω μας.

Έγραψα αυτό ακριβώς που αισθάνομαι εδώ και καιρό.

Ας προσέχουμε όσο μπορούμε όλοι μας.

Να είστε καλά!!!!!!!!!

 

Κυριακή 9 Μαΐου 2021

Μίνι σκυτάλη #2 ..... ΥΠΕΡΑΤΛΑΝΤΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ!

 Τι όμορφη που είναι Θεέ μου!

Και είναι ίδια!

Ίδιο παράστημα, ίδιο πρόσωπο, ίδιο βλέμμα!!!!!!!

Μόνο που αυτής είναι αισιόδοξο και γεμάτο ελπίδα για το μέλλον, ενώ της άλλης ήταν γεμάτο αμφιβολία για όλα αυτά που την περίμεναν.

 



Ο Πολύκαρπος, όνομα και πράγμα, μόλις απέκτησε και την όγδοη κόρη, έπεσε σε βαθιά απελπισία.

Τόσα θηλυκά πώς θα τα μεγάλωνε πώς θα τα αποκαθιστούσε;

Όχι βέβαια ότι αν το όγδοο παιδί ήταν αγόρι , θα μπορούσε να κάνει κάτι γιαυτό!

Οι δύο πρώτες κόρες, οι δίδυμες, ήταν 18 χρονών κιόλας,  δλδ σε ηλικία γάμου.

Η Παγώνα τις είχε γεννήσει στα 17 της.

Γρήγορα κύλισαν 18 χρόνια , φτωχικά μεν γεμάτα με αγάπη όμως, αφού είχαν παντρευτεί από μεγάλο έρωτα.

Τότε ο κόσμος και με τα λίγα ήταν ευχαριστημένος, ιδίως στην επαρχία που όλοι είχαν την αυτάρκεια τους.

 Μόνο όταν ερχόταν η ώρα γάμου για τα κορίτσια , καταλάβαιναν την δυσκολία να τα παντρέψουν χωρίς προίκα.

Έτσι και τώρα, τα μόνα προξενιά που είχαν έρθει για τα κορίτσια  τους, ήταν από μεγαλοτσιφλικάδες που επειδή είχαν μεγάλη οικονομική επιφάνεια, ήθελαν να πάρουν νέες γυναίκες , πολλές φορές με τα μισά ή και λιγότερα από αυτούς χρόνια.

Και οι δυο τους ήταν απελπισμένοι. Για πόσο καιρό ακόμα θα μπορούσαν να μην απαντούν στους προύχοντες του κάμπου;

Ποιοι ήταν αυτοί που δεν καμάρωναν για τις τύχες των κοριτσιών τους;

Έπρεπε λοιπόν να πάρουν μια απόφαση.

Ή θα δέχονταν κάποια από τα προξενιά και θα έβαζαν τα κορίτσια τους σκλάβες σε κάποια αρχοντικά ή θα τις έστελναν μακριά , στην Αμερική για να παντρευτούν με κάποιον Έλληνα  μετανάστη ..

Πριν λίγο καιρό έφτασε ένας προξενητής και στο δικό τους χωριό κι αφού έδειξε τα επίσημα χαρτιά του, είπε σε όλους τους κατοίκους τον λόγο για τον οποίο γύριζε όλη την επαρχία.

Πολλές κοπέλες είχαν δεχτεί να φύγουν για να γλυτώσουν από τη φτώχεια τους.

Άγνωστο το μέλλον τους, αλλά φάνταζε πιο φωτεινό από το σκοτεινό του χωριού τους.

Σήμερα κιόλας θα μιλούσαν στα κορίτσια τους και θα υπάκουαν στη δική τους απόφαση.

Δική τους ήταν η ζωή, αυτές θα αποφάσιζαν. Έτσι τις είχαν μεγαλώσει.

Τα κορίτσια τους, το Μαρουλιώ και το Κατινιώ, με πολλή μεγάλη στεναχώρια , σκέφτηκαν να φύγουν, ελπίζοντας ότι θα περνούσαν καλύτερα εκεί.

Ήξεραν τους τσιφλικάδες που είχαν στείλει προξενιά και προτιμούσαν να κλειστούν σε μοναστήρι παρά να τους παντρευτούν.

Ήταν οι δυνάστες της περιοχής τους και φαντάζονταν το μέλλον που θα τις περίμενε κοντά τους.

Τον μόνο όρο που θέλησαν να βάλουν, ήταν να είναι κοντά οι δυο αδερφές, γιατί δεν μπορούσαν η μια χωρίς την άλλη.

Μόλις επέστρεψε ο προξενητής, του ανακοίνωσαν την απόφαση των κοριτσιών και τον όρο τους.

Δεν υπήρχε πρόβλημα , τους διαβεβαίωσε εκείνος, γιατί όλοι οι Έλληνες άνδρες που ζητούσαν κοπέλες από τη χώρα τους, ήταν κάτοικοι της ίδιας περιοχής .

Είχαν εγκατασταθεί εκεί από τους πρώτους , αλλά δεν θέλησαν να ζευγαρώσουν με άλλες φυλές.

Έτσι είχαν στείλει  εκπρόσωπο τους με όλα τα νόμιμα χαρτιά για να μπορέσει να βρει κοπέλες της παντρειάς από την Ελληνική επαρχία.

Με πολύ κόπο και μεγάλη στεναχώρια, η Παγώνα κι ο Πολύκαρπος , ετοίμασαν τα μπαούλα των αγαπημένων τους κοριτσιών , γνωρίζοντας πως ίσως δεν θα τις έβλεπαν ποτέ ξανά.

Το ίδιο σκέφτονταν και τα κορίτσια, αλλά το έδιωχναν από το μυαλό τους.

Η ώρα του αποχωρισμού έφτασε κι ο σπαραγμός ήταν πολύ μεγάλος.

Το Μαρουλιώ και το Κατινιώ υποσχέθηκαν στους αγαπημένους τους γονείς να τους γράφουν κάθε μέρα ,από τη στιγμή που θα πατούσαν στο πλοίο μέχρι που θα έφταναν στην Αμερική.

Το ταξίδι κράτησε ένα μήνα και η ταλαιπωρία ήταν μεγάλη, αλλά δεν πέρασε μέρα χωρίς να γράψουν έστω και λίγες λέξεις σε ένα χαρτί για τους γονείς τους.

Αφού έφτασαν επιτέλους , έπρεπε να περιμένουν άλλες δυο εβδομάδες σε καραντίνα  για να γίνου οι απαραίτητες εξετάσεις πριν πατήσουν στο Αμερικάνικο έδαφος.

Αυτό δεν τις πείραξε, γιατί θα ξεκουράζονταν μετα από τόσες μέρες ταξίδι και φυσικά θα μπορούσαν να απαλλαγούν από τα βρώμικα ρούχα τους.

Όλες οι λεπτομέρειες ήταν γραμμένες στο ημερολόγιο τους.

Έφτασε επιτέλους η μέρα που θα συναντούσαν τους Έλληνες γαμπρούς.

Η αγωνία μεγάλη , όσο κι αν ο προξενητής τις διαβεβαίωνε ότι όλα θα πήγαιναν καλά .

Οι κοπέλες ήταν πάρα πολλές κι από όλα τα μέρη της Ελλάδας.

Μέχρι το βράδυ είχαν βρει όλες το ταίρι τους και είχαν ακολουθήσει τον άνδρα που τις έλαχε.

Ο αποχωρισμός των αδερφάδων ήταν πολύ δύσκολος και αφού τις υποσχέθηκαν ότι σε λίγες μέρες θα αντάμωναν, κατάφεραν να ξεκινήσουν, η κάθε μια σε άλλη κατεύθυνση.

Οι προσευχές των γονιών τους είχαν πιάσει και οι άνδρες τους ήταν καλά και νοικοκυρεμένα παιδιά!

 Ο ένας είχε ένα μικρό μαγέρικο κι ο άλλος ένα μικρό ραφείο.

Δεν ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά , αλλά η καλοσύνη τους τις έκανε να τους αγαπήσουν σιγά σιγά και να κάνουν οικογένειες με τρία παιδιά η κάθε μια.

Το ημερολόγιο ενημερωνόταν καθημερινά και μια φορά τον μήνα έστελναν κι ένα γράμμα στους γονείς  τους που το περίμεναν με μεγάλη αγωνία για να μάθουν τα νέα των κοριτσιών τους.

Όλο το χωριό είχε γιορτή τότε, γιατί συνέπασχαν κι αυτοί μαζί τους.

Κι όταν έστελναν και μερικά δολάρια, ε τότε τους κερνούσαν όλους στο καφενείο του χωριού.

Το μόνο κακό ήταν ότι δεν μπόρεσαν να γυρίσουν ποτέ πίσω κι αυτός ήταν ο μεγάλος τους καημός.

Είχαν βάλει τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους αργότερα, να τους υποσχεθούν ότι θα προσπαθούσαν να γυρίσουν κάποια στιγμή για να γνωρίσουν τα μέρη των παππούδων τους.

1921-2021, 100 χρόνια μετά , η δισέγγονη της Μαρουλιώς, πήρε την απόφαση να κάνει αυτό το ταξίδι και να παντρευτεί εκεί, στο χωριό της προγιαγιάς της,  με τον αγαπημένο της καρδιάς της.

Βρήκε και γνώρισε από κοντά όλους τους συγγενείς τους, με τους οποίους δεν είχαν πάψει ποτέ να επικοινωνούν έστω και αραιά.

Συνέχισαν να γράφουν στο ημερολόγιο της γιαγιάς και προγιαγιάς ακόμη και οι νεότερες γενιές.

Με το νυφικό της προγιαγιάς Μαρουλίως στις βαλίτσες της, που το είχαν επιμεληθεί οι καλύτερες μοδίστρες του οίκου μόδας πλέον, των δικών της γονιών που αφού το άλλαξαν αρκετά ώστε να μπορεί να φορεθεί έναν αιώνα μετά, η Mary, έφτασε στο χωριό της.

Η νυφική φωτογραφία της προγιαγιάς Μαρουλιώς, η μοναδική που είχε βγάλει στον γάμο της, την περίμενε σε περίοπτη θέση.

Όλοι είχαν να πουν για την ομοιότητα τους.

Τι όμορφη που είναι Θεέ μου!

Και είναι ίδια!

Ίδιο παράστημα, ίδιο πρόσωπο, ίδιο βλέμμα!!!!!!!

Πόσο έμοιαζαν προγιαγιά και δισέγγονή!

Μόνο που αυτής είναι αισιόδοξο και γεμάτο ελπίδα για το μέλλον, ενώ της άλλης ήταν γεμάτο αμφιβολία για όλα αυτά που την περίμεναν.

 

Η Παγώνα κι ο Πολύκαρπος από ψηλά καμάρωναν τη τρισέγγονη τους.

Όλα μπήκαν στη θέση τους και τώρα που τα ταξίδια ήταν υπόθεση ωρών, δεν θα χάνονταν ποτέ ξανά ξαδέρφια και τριτοξάδερφα.

 

Η δική μου συμμετοχή στη μίνι σκυτάλη που διοργανώνει με μεγάλη επιτυχία η Μαίρη από τη Γήινη Ματιά.




Με αφορμή την  φωτογραφία που μου κληρώθηκε , έγραψα την ιστορία αυτή, η οποία φυσικά είναι φανταστική.

Ανάλογα γεγονότα όμως , έχουν συμβεί, γιατί η Ελλάδα ως γνωστόν, έκανε πάντα μεγάλη εξαγωγή  ανθρώπινου δυναμικού. 

 

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΗΣ ΜΑΝΟΥΛΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΙ ΕΥΧΟΜΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΑΠΟΧΩΡΙΖΕΤΑΙ ΚΑΜΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑ ΚΑΝΕΝΑ ΛΟΓΟ..

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2021

ΧΑΣΙΜΟ ΧΡΟΝΟΥ!!!!

 Περιμένω τα εγγονάκια μου και είμαι πολύ χαρούμενη!

Μπορεί να τα βλέπω κάθε μέρα από τον υπολογιστή μου, αλλά δεν είναι το ίδιο.

Λαχταρώ να τα δω από κοντά και να τα αγκαλιάσω, έστω φορώντας αυτές τις διαστημικές στολές.


Έτσι μας περίμενε και η δική μας γιαγιά, δίπλα στο τζάκι, πλέκοντας ή ράβοντας ή κάνοντας ό,τι άλλο την ευχαριστούσε, περιτριγυρισμένη με τα χιλιάδες μικροπραγματάκια που μάζευε για χρόνια!

Τα κληρονομήσαμε όλα και μας τη θυμίζουν πάρα πολύ έντονα, κάθε στιγμή. 

Ο παππούς προσπαθούσε να πετάξει μερικά, αλλά ποτέ δεν τα κατάφερνε, θαρρείς και τα είχε όλα μετρημένα η καλή μας η γιαγιάκα.

Την είχα ικανή και γι αυτό !





Η γιαγιά μας, ήξερε πώς να μας κάνει να ενδιαφερθούμε για την δημιουργική απασχόληση.

Από το τίποτα, έφτιαχνε από κούκλες μέχρι παπλώματα!

Ήξερε να λέει και ωραία παραμύθια.

Τότε βέβαια τα παραμύθια είχαν δράκους και νεράιδες και χαρούμενο τέλος. τώρα είναι τελείως διαφορετικά.

Δεν πιστεύουν αυτά που τους διηγούμαι, νομίζουν ότι τα βγάζω όλα από το μυαλό μου!

Έχουν πολλή πλάκα όπως με κοιτάζουν με το στόμα ανοικτό, όταν τους λέω ότι πηγαίναμε μαζί με τη γιαγιάκα μου στο Super Market και ψωνίζαμε.

Είχαμε γράψει τί θέλαμε, αλλά μερικές φορές, παίρναμε κι ό,τι άλλο μας άρεσε.

Μπορούσαμε να βγούμε από το πρόγραμμα, χωρίς πρόβλημα.

Ρωτάνε γιατί, αφού τα στέλνουν στο σπίτι κάθε εβδομάδα από τα καταστήματα.

Αποθηκεύουν στον υπολογιστή όλα όσα χρειάζονται για την εβδομάδα, ανάλογα με τα άτομα που ζουν σε κάθε σπίτι και μια συγκεκριμένη μέρα και ώρα , αυτά παραδίδονται στα σπίτια.

Ήταν τόσο όμορφη αυτή η βόλτα κι όμως δεν μπορούν να το καταλάβουν. 

Πάντα γυρίζαμε με μια έξτρα λιχουδιά κι αυτό μας έκανε ευτυχισμένες!

Και μόνο που με κρατούσε από το χεράκι και περπατούσαμε χωρίς να βιαζόμαστε, μας έδινε μεγάλη χαρά!

-Είναι χάσιμο χρόνου, λένε!


Αν πεις και για τα αυτοκίνητα, γελάνε όταν ακούνε να τους λέω ότι οδηγούσαμε στους δρόμους που πολλές φορές είχαν και κακοτεχνίες και κυκλοφοριακό κομφούζιο.

 Όμως η δική μου γιαγιά πάντα είχε στην τσάντα της πράγματα για να μας απασχολήσει μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας.

-Γιατί να τρέχουν στους δρόμους τα αυτοκίνητα κι όχι στον ουρανό; ρωτάνε.

Οι δρόμοι χαλάνε, θέλουνε επισκευή, στις ώρες αιχμής υπάρχει χάσιμο χρόνου και ταλαιπωρία.

Ενώ πετώντας, γλυτώνεις από όλα αυτά.

Δεν με πείθουν, γιατί εγώ δεν έχω συνηθίσει ακόμα αυτόν τον τρόπο μετακίνησης.

Ζαλίζομαι κάθε φορά που απογειώνεται το αυτοκίνητο και σε πέντε λεπτά πετάμε στον αέρα. 


Βλέπουν να μαγειρεύω και ρωτάνε γιατί το κάνω, αφού με δυο τρία χαπάκια μπορώ να πάρω όλα όσα χρειάζεται ο οργανισμός μου.

Τους εξηγώ ότι μου αρέσει να φροντίζω την οικογένεια μου με νόστιμα φαγητά, μαγειρεμένα από μένα.

Με υλικά, που όσο πάει και πιο δύσκολα πια προμηθεύομαι, αντιστέκομαι στον καινούργιο τρόπο διατροφής.

Είναι χάσιμο χρόνου , λένε.

Χάσιμο χρόνου, να μαζευτεί η οικογένεια γύρω από ένα τραπέζι, να φάει , να μιλήσει, να γελάσει;;

Ακόμα και να  μαλώσει, ακόμα κι αυτό μας, κρατάει  ζωντανούς κι ελεύθερους.


Χαίρονται όταν τους δείχνω πώς να κατασκευάσουμε κάτι με ανακυκλώσιμα υλικά, που ομολογώ ότι τα έχω εδώ και πάρα πολλά χρόνια, αλλά πάλι ρωτάνε γιατί!

-Γιατί , η χαρά της δημιουργίας, δεν μπορεί να αντικατασταθεί με τίποτα έτοιμο.

-Είναι χάσιμο χρόνου, γιαγιά!


Τους αρέσει να ακούνε πώς γνωρίστηκα με τον παππού τους και δεν πιστεύουν ότι πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο και οι δύο.

Εγώ σε πιο μικρή τάξη κι εκείνος, σαν πιο μεγάλος , με πρόσεχε και με συνόδευε στο σπίτι μου.

-Γιατί πηγαίνατε στο σχολείο , αφού μπορούσατε να τα μάθετε όλα από το σπίτι μέσω διαδικτύου;

Ήταν χάσιμο χρόνου, λένε.


-Και η χαρά να είσαι κοντά με τον άνθρωπό σου;

Να τον ακουμπάς, να τον αγκαλιάζεις, να τον μυρίζεις , να τον φιλάς;

-Δεν φοβόσασταν τους ιούς, καλέ γιαγιά;


-Όλα αυτά τα άσχημα,  από τους ιούς ξεκίνησαν, παιδιά μου.

Ήταν πριν 80 χρόνια, νομίζω το 2020, παιδάκι στον παιδικό σταθμό εγώ κι όμως θυμάμαι πολύ καλά την τρομοκρατία που επικρατούσε για χρόνια.


Μη βγαίνεις από το σπίτι, μην ακουμπάς κανέναν και πουθενά, μη πας για καφέ, μη βλέπεις τους φίλους σου, μη τρως έξω, μη πας σχολείο, μη πας διακοπές, ταξίδια,  μη μη μη ......

Φόρα τα μάσκα πάντα και παντού, να μη φαίνεται το πρόσωπό σου, να μη χαμογελάς, να μη μιλάς, να μην αναπνέεις.


Τα βλέπουν όλα σωστά, γιατί έτσι έμαθαν τα καημένα!


Όλα γίνονται μηχανικά και από το διαδίκτυο και δουλεύουν ασταμάτητα 24 ώρες το 24ωρο.

Ακόμα κι όταν κοιμούνται, έχουν τα ακουστικά στα αυτιά τους κι ο εγκέφαλος τους καταγράφει τα μηνύματα που έρχονται συνέχεια.

Δεν υπάρχει ελευθερία , δεν το καταλαβαίνουν όμως, νομίζουν ότι αυτό είναι το σωστό.


Προσπαθώ να τους μάθω όσα πιο πολλά μπορώ, να τα θυμούνται έστω, μήπως κάποτε αποφασίσουν να αποκτήσουν πάλι την ελευθερία τους, την πραγματική ελευθερία.


Το μακρινό 2100, η εγγονή μου, γιαγιά πια, γράφει και παίρνει μέρος στη mini Σκυτάλη  #1.284.198 της Μαίρης,  που έχει το μπλογκ  ΓΗΙΝΗ ΜΑΤΙΑ  που το κληρονόμησε από τη γιαγιά της  Mary Pertax.




Εύχομαι όλα αυτά να είναι δημιούργημα της νοσηρής φαντασίας μου και όλα να εξελιχθούν τελείως διαφορετικά. 

Καλά που ράβω ή ζωγραφίζω όλη την ημέρα και περνάω την καραντίνα κάπως υποφερτά, αλλιώς τί άλλα φοβερά και τρομερά θα έγραφα;

Μαίρη μου σ ευχαριστώ που μας παρακινείς με τις προτροπές σου.

Όλες οι ιστορίες είναι υπέροχες και μπορείτε να βρείτε τα links ΕΔΩ

Έχετε άπλετο χρόνο, διαβάστε τες και πείτε μας τη γνώμη σας γι αυτό το δρώμενο.




Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2021

ΣΕ ΔΙΠΛΟ ΡΟΛΟ, τα γνωμικά εμπνέουν #1

 

ΣΕ ΔΙΠΛΟ ΡΟΛΟ!!!!





-Προχώρα, μπορείς να το κάνεις.

Το κάνεις κάθε βράδυ που φεύγουν όλοι και σβήνουν τα φώτα .

Έλα, πρέπει να καλύψεις την απουσία του, γιατί ο κόσμος ήρθε γι αυτόν.

Αν αναβληθεί το νούμερο του, όλοι θα ζητήσουν πίσω τα χρήματα τους και ξέρεις τι θα συμβεί τότε.

Ο Boss θα θυμώσει και δεν θα πληρωθεί κανείς.

Έλα , πιάσε το σχοινί και κάνε μια εντυπωσιακή είσοδο.

Κανείς δεν θα καταλάβει τίποτα.

Πώς θα μπορούσε άλλωστε;

Ίδιο σουλούπι, ίδια στολή, φοράς και τη μάσκα, φύγε λοιπόν.

Αν σε φοβίζουν τα φώτα και οι φωνές , κλείσε τα μάτια σου ή καλύτερα δέσε ένα μαντήλι, θα είναι πιο τρομακτικό , όσο για τις φωνές , θα σταματήσουν μόλις ξεκινήσεις.

Ξεκίνα, ο Boss ήδη σε ψάχνει για να αναγγείλεις το νούμερο του κι έχει νευριάσει που δεν σε βρίσκει.

Άκου, το κάνει ο ίδιος.

-Κυρίες και κύριοι , ετοιμαστείτε να υποδεχτείτε τον ένα και μοναδικό  

Super Jamper.

Χαρίστε του το πιο δυνατό σας χειροκρότημα και μετά , κρατήστε ακόμα  και την αναπνοή σας, γιατί το νούμερο του είναι πολύ επικίνδυνο.

ΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩ!!!!!!!!!!!!!!!!

-Μπράβο, έκανες πολύ ωραία είσοδο, δεν σε περίμεναν από εκεί.

Ανέβα ψηλά και πέτα .

1,2,3,4 ΤΩΡΑ, πιάσε το σχοινί.

Μπράβο!

1,2,3,4,5 ΤΩΡΑ , πιάσε την αιώρα και κρεμάσου ανάποδα.

1,2,3,4,5,6 ΤΩΡΑ, πέτα και πιάσε την άλλη αιώρα, μπράβο.

1,2,3,4,5,6,7,8  τί θα κάνεις; Το τριπλό άλμα;

Πρόσεχε!!!

ΜΠΡΑΒΟ!!!Τα κατάφερες!

Μόνο ο πατέρας  το είχε καταφέρει  αυτό, ο Super Jumper, ούτε που το προσπάθησε ποτέ.

Άκου τον κόσμο πως χειροκροτεί και φωνάζει!

Τους έκοψες την ανάσα.

Φύγε τώρα κι ετοιμάσου για το δικό σου νούμερο .

Ο ερωτευμένος Δον Ζουάν, γύρισε και δεν πιστεύει στα μάτια του.

Σε κοιτάζει πίσω από την κουρτίνα με το στόμα ανοικτό.

Σίγουρα περίμενε ότι θα είχες απασχολήσει πάλι τον κόσμο με το δικό σου νούμερο.


Γρήγορα, άλλαξε και βάλε τη δική σου στολή.

Βγάλε τη μάσκα και μη νοιάζεσαι για το μακιγιάζ, κανείς δεν θα δώσει σημασία σε ένα ξεβαμμένο κουτσό κλόουν.


Γρήγορα, πριν καταλάβει ο Boss τί έγινε.

Είσαι πολύ καλός, κάνεις τον κόσμο να γελάει αλλά εσύ είσαι δυστυχισμένος.

Η θέση σου είναι ψηλά στον αέρα.

Φύγε από τη μέση, βγαίνουν τα άλογα κι αρχίζει η παρέλαση για το φινάλε.


-Πώς, τι;;

-Δώσε μου το χέρι σου , αδερφέ μου κι ανέβα πίσω μου στο άλογο.

Ο γύρος αυτός είναι αφιερωμένος σε σένα και τους γονείς μας.

Δεν ήξερα ότι μπορούσες να κάνεις αυτά τα νούμερα, νόμιζα ότι ήσουν ευχαριστημένος με τον ρόλο του κλόουν.

Πίστευα πως μετά το ατύχημα , που στοίχισε την ζωή των γωνιών μας και το δικό σου πόδι, δεν ήθελες να ανέβεις  ξανά εκεί ψηλά.

Τώρα θα είναι πού ευχαριστημένοι, γιατί  πάντα μας έλεγαν, πως

Η ΖΩΗ ΔΕΝ ΜΕΤΡΙΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΙΘΜΟ ΤΩΝ ΑΝΑΠΝΟΩΝ ΠΟΥ ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ, ΑΛΛΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΙΘΜΟ ΤΩΝ ΣΤΙΓΜΩΝ ΠΟΥ ΜΑΣ ΚΟΒΕΤΑΙ Η ΑΝΑΣΑ.

Κι εμείς από δω και πέρα, θα πετάμε μαζί και θα κόβουμε τις ανάσες όλων των άλλων.



Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο καινούργιο δρώμενο της Μαίρης, που έχει το μπλογκ 

Γήινη ματιά,  Τα γνωμικά εμπνέουν #1




Διαβάστε όλες τις συμμετοχές και δεν θα χάσετε.

Είμαι ενθουσιασμένη και με την ιδέα της, γιατί μου αρέσουν πάρα πολύ τα γνωμικά.

Οι συμμετοχές ήταν πολλές.

Πρώτη, με διαφορά, βγήκε η Μαρία Κανελλάκη

Μπράβο Μαρία μου.


Μαίρη σ ευχαριστώ πολύ για την ευκαιρία που μας δίνεις , γράφοντας να ξεχνάμε για λίγο τις καινούργιες δυσκολίες που μας βρήκαν.



Περιμένω με αγωνία το επόμενο γνωμικό.


ΝΑ ΕΙΣΤΕ ΟΛΟΙ ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΧΕΤΕ.

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2020

ΞΕΓΝΟΙΣΙΑ - Το Xmas δέντρο των Bloggers.

Το γράμμα μου είναι το Ξ και η λεξη που επιλέγω είναι η ( Ξεγνοιασιά )
Ξυπόλητη, ξινό, ξερό, ξύλο, ξόμπλια, ξόρκι, ξαπλώστρα, ξυλομπογιές, ξάρτια, ξαφνικά. 
Ένα σωρό λέξεις από ξ και καμιά δεν μου ταιριάζει. Θα γύρω εδώ στον καναπέ, θα κλείσω για λίγο τα μάτια και θα σκεφτώ , όπως κάνω κάθε φορά που θέλω να γράψω κάτι.
Περπατούσαμε στην ακροθαλασσιά ξυπόλητοι κι απολαμβάναμε την ηρεμία του τοπίου. Στο βάθος ο ήλιος έδυε και τα ψαροκάικα γύριζαν φορτωμένα με ψάρια. Τα ξάρτια τους φαίνονταν στον ορίζοντα. Χαρούμενες φωνές έφτασαν στ αυτιά μας.. Τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας, έρχονταν τρέχοντας προς το μέρος μας. Έπεσαν στην αγκαλιά μας και μας γέμισαν φιλιά. Τι ωραίο συναίσθημα! Να τα αγκαλιάζεις σφικτά και να τα φιλάς! Ξεγοιασιά!!!!!!!!


 -Γιατί βάζεις τόσα πολλά ξύλα στο τζάκι; 
-Θέλω να κάνω κάρβουνα για να ψήσω. Τηλεφώνησαν οι φίλοι μας ότι έρχονται. Νάτοι, ήδη έφτασαν . Καλώς τους , καλώς τους.
- Σε λίγο θα είναι έτοιμα τα ψητά, θα κάνω και μια μεγάλη σαλάτα με μπόλικο λεμόνι, ξινή ξινή, όπως σας αρέσει. Αγκαλιές και φιλιά με αγαπημένα πρόσωπα, τι ευτυχία! Ξεγοιασιά!!!!


 Φτάνω σε λίγο έξω από το σχολείο κι ακούω τις χαρούμενες φωνές των παιδιών. Έχουν βγει σε διάλειμμα κι τρέχουν όλα μαζί, παίζοντας. Αγκαλιάζονται και κάθονται παρέες παρέες για να φάνε το κολατσιό τους. Είναι ξέγνοιαστα! Με βλέπουν σε λίγο τα κορίτσια μας κι έρχονται τρέχοντας προς το μέρος μου για να πάρουν τις ξυλομπογιές που άφησαν εχθές στο σπίτι μας. Οι αγάπες μου, απλώνουν άφοβα τα χεράκια τους για να πάρουν τις μπογιές τους. 


 Το πανηγύρι άρχισε, έφτασαν χιλιάδες άνθρωποι κι εφέτος. Τα όργανα άρχισαν να παίζουν και το χορευτικό βγήκε στην πίστα. Τι ωραίες στολές που φοράνε, γεμάτες ξόμπλια. Πιανόμαστε κι εμείς από τα χέρια και χορεύουμε μαζί τους με τις ώρες. Γινόμαστε μικρά παιδιά στο πανηγύρι του Αη Λιά, όπως κάθε χρόνο. Ξεγοιασιά! 


 -Ρένα, ξύπνα, τι έπαθες; Όνειρο έβλεπες που μάλλον δεν ήταν καλό. Φώναζες κι έδιωχνες κάποιον. Έλεγες ξου ξου και θα του κάνεις ξόρκια για να τον ξαποστείλεις. Τι έβλεπες που σε τάραξε τόσο , θα μου πεις; 
-Τί άλλο να έβλεπα, τον καταραμένο τον κοροναιό, που ήρθε και άλλαξε τη ζωή μας. Αλλά πιο μπροστά είδα κι άλλα όνειρα, ωραία και φωτεινά. Ξέγνοιαστα!!!!!! 
Το βρήκα, αυτή είναι η λέξη που θα κάνω στολίδι για το δέντράκι του 2021. Ξεγνοιασιά!! 

 Εύχομαι τη νέα χρονιά να επιστρέψει η ξεγνοιασιά μας και να ζήσουμε ελεύθεροι όπως πρώτα. 

Πολλά Χριστουγεννιάτικα τραγούδια θα ακούσουμε αυτές τις ημέρες. Εγώ θα σας αφιερώσω τα Ποντιακά κάλαντα, τιμώντας τη μισή καταγωγή μου. 


  Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο δρώμενο της Μαρίνας. 




Μαρίνα μου σ ευχαριστώ πολύ που μου έδωσες την ευκαιρία να βάλω κι εγώ ένα στολίδι στο δεντράκι μας. 

 ΝΑ ΕΙΣΤΕ ΟΛΟΙ ΚΑΛΑ!!!!!

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2020

ΕΥΧΆΡΙΣΤΗ ΈΚΠΛΗΞΗ

 



-Σου βρήκα δουλειά.  

Τώρα που θα μας κλείσουν μέσα πάλι, θα κάνουμε χρυσές δουλειές. 

-Δουλειά; εγώ είπα αμάν να βγω στη σύνταξη να κάνω αυτά που μου αρέσουν κι εσύ μου βρήκες δουλειά;

-Τί σου αρέσει να κάνεις;

-Να περπατώ, να κάνω βόλτες με το ποδήλατο, να πηγαίνω στο χωριό....

- Η δουλειά που σου βρήκα έχει να κάνει με αυτά ακριβώς, με το ποδήλατο συγκεκριμένα. 

Ξέρεις πόσος κόσμος δεν μπορεί να πάει στο κέντρο για ψώνια εξ αιτίας των λεωφορείων μας; 

-Κι εγώ τί θα κάνω δλδ; Θα τους βάζω στη σχάρα που δεν έχω και θα τους πηγαίνω στο κέντρο;

-Όχι βέβαια.  Θα τους ψωνίζεις αυτά που θέλουν, όπως κάνεις για μένα. 

-Α, πες μου ότι χρειάζεσαι πάλι υλικά και μη το φέρνεις γύρω γύρω.  Ποιές φίλες σου δλδ χρειάζονται βοήθεια και δεν το ξέρω;

-Η Ρούλα, ας πούμε, η Κλαύδια, η Γιούλα , η Μαρία....

-Σταμάτα σταμάτα. 

Η Ρούλα είναι στην Κρήτη, η Κλαύδια στην Αθήνα, η Γιούλα στην Κοζάνη, η Μαρία είναι αυτή που κάθεται δυο δρόμους πιο πάνω ή καμία που μένει στην Αλεξανδρούπολη;

Όχι, για να ξέρω, να πάω να βάλω εξωλέμβιο και φτερά στο ποδήλατο για να τα προλάβω όλα αυτά. 

Λέγε τώρα τί θέλεις, δώσε δείγμα και διεύθυνση κι εσύ μέχρι να γυρίσω ετοίμασε ουζάκι.

Από τη μία βαριέμαι να ψάχνω αυτά που θέλεις, από την άλλη, ευτυχώς που πάω εγώ, γιατί εσύ πας για μια κλωστή και γυρίζεις με 10 σακούλες. 

Άσε αυτά που βρίσκεις στο δρόμο. 

Αυτά όμως είναι για άλλη ανάρτηση που θα έχει να κάνει με φορτηγό. 

-Κακίες!



-Άντε, άργησες κι ανησύχησα. 

-Πού να στα λέω, βάλε να φάμε και δεν θα το πιστέψεις ποιόν συνάντησα σήμερα. 

Όπως πάντα, πήγα με το ποδήλατο από την παραλία μας.

Αφού πήρα αυτά που ήθελες, ευτυχώς που τους είχες τηλεφωνήσει και τα είχαν έτοιμα, πήρα πάλι τον ίδιο δρόμο. 

Ο καιρός ωραίος κι απολάμβανα την διαδρομή. 

-Άσε τις λεπτομέρειες και μ έφαγε η περιέργεια, ποιόν είδες θα μου πεις;

Λίγο πριν αφήσω την παραλία και πάρω την ανηφόρα, εκεί που είναι τα περιστέρια, άκουσα να με φωνάζουν. 

-Ποδηλάτη, ε ποδηλάτη. 

Ήταν ο Γιώργος κι ο Θανάσης, οι συμμαθητές μου.

-Ε καλά, μ αυτούς περπατάς κάθε πρωί, αυτούς συνάντησες;

-Όχι μη βιάζεσαι. 

Μαζί τους ήταν ακόμη ένας .

-Έλα να δεις ποιος θα προστεθεί στην παρέα μας από δω και μπρος, τον θυμάσαι; μου είπαν. 

-Δεν μου θύμιζε τίποτα. 

Ένας χλωμός άνθρωπος, σκυφτός, με μάτια σκοτεινά, με κοίταξε και μου είπε. 

-Γιάννη δεν με θυμάσαι;

Είμαι ο Μάνος, ο φίλος σου και συμμαθητής σου.

-Ακόμα και τώρα που σου το λέω δεν το πιστεύω ότι ο φίλος μου, εκείνο το γελαστό παιδί, ήταν αυτός ο γερασμένος άνθρωπος. 

Κατάλαβε την απορία μου και μου εξήγησε. 

Όταν έφυγε μετανάστης πριν 40 χρόνια, η δουλειά που του έμελλε να κάνει, ήταν ανθρακωρύχος κάπου στο Βέλγιο. 

Νύχτα έμπαινε στις στοές και νύχτα έβγαινε. Το φως της ημέρας , σπάνια το έβλεπε, γι αυτό σκοτείνιασε το βλέμμα του.

Δύσκολη δουλειά κι ανθυγιεινή. 

Οι περισσότεροι δεν αντέχουν. 

Αυτός άντεξε ευτυχώς, αλλά γέρασε πριν την ώρα του .

Έτσι, μόλις βγήκε  στη σύντα, πήρε τη γυναίκα του και γύρισαν στην Ελλάδα. 

Τα παιδιά του βέβαια σπούδασαν εκεί κι έχουν καλές δουλειές, τα εγγόνια του πάνε σχολείο , δεν μπορούσε να έχει την απαίτηση να τα παρατήσουν όλα και να έρθουν εδώ. 

Πιστεύει όμως ότι θα έρχονται συχνά τώρα που έφτιαξε το πατρικό του σπίτι στο χωριό και θα χαίρονται τον ήλιο και τη θάλασσα της Ελλάδας. 

Να γνωρίσουν την πατρίδα τους και πού ξέρεις ίσως γυρίσουν κάποια μέρα κι αυτοί. 

Όσο μιλούσε, άρχισα να βλέπω μια λάμψη στα μάτια του και να αναγνωρίσω τον παλιό μου φίλο. 

Μου είπε ότι από κοινούς γνωστούς, βρήκε τα τηλέφωνα  των άλλων δύο και σκόπευαν να μου κάνουν έκπληξη αύριο το πρωί στο περπάτημα. 

Τους την έκανα όμως εγώ όταν εμφανίστηκα με το ποδήλατο μεσημεριάτικα. 

Δίπλα στο παγκάκι είχε ακουμπισμένο το ποδήλατό του.

Του υποσχέθηκα να τον γυρίσω στα παλιά μας λημέρια για να δει πόσο έχουν αλλάξει όλα. 

Το πρωί θα έρχεται μαζί μας για περπάτημα κι όποτε μπορεί θα παίρνουμε τα ποδήλατα και θα πηγαίνουμε βόλτες. 

Άλλαξε η όψη του από τη χαρά του.

Τους κάλεσα και στο χωριό. 

-Ήμουν σίγουρη γι αυτό. 

-Σου έχω και μια έκπληξη. 

-Κι άλλη;

-Όταν με ρώτησαν πώς και ήμουν τέτοια ώρα στην παραλία με το ποδήλατο, τους έδειξα τη σακούλα με τα υλικά που ήθελες για το πάπλωμα που φτιάχνεις με τα κουρελάκια. 

-Κάνει η γυναίκα σου πατσγουορκ, με ρώτησε. 

-Έμεινα κάγκελο.  Πού ξέρεις εσύ από αυτά, ανθρακωρύχος άνθρωπος; τον ρώτησα. 

-Η γυναίκα μου είναι μανιώδης δημιουργός, μου είπε, οπότε η ξενάγηση μου θα αρχίσει από τα μαγαζιά με τα υλικά. 

-Τί μου είπες το πρωί, ότι ήθελες να μου  μου βρεις δουλειά;

Ορίστε, θα αξιοποιήσω το ποδήλατο εξυπηρετώντας και τον φίλο μου. 

Ήταν άλλος άνθρωπος όταν χωρίσαμε.  Δε βλέπω την ώρα να ξανασυναντηθούμε αύριο. 

Τί θέλεις να σου αγοράσω από τα μαγαζιά;

-Τώρα δεν χρειάζομαι κάτι, αλλά να είσαι σίγουρος ότι μόλις γνωρίσω την γυναίκα του θα θέλω πάρα πολλά.

Αφού ασχολείται με κουρελάκια κι αυτή, έχουμε να πούμε πολλά. 

-Αυτό είναι για καλό τώρα ή για κακό;

-Με το καινούργιο κλείσιμο που βλέπω να έρχεται, για καλό είναι. 

Ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του.

Εσύ στο ποδήλατο σου κι εγώ στη μηχανή μου, αλλιώς δεν βλέπω να βγαίνουμε σώοι από την καινούργια καραντίνα!!!




Αυτή είναι η δική μου συμμετοχή στη φωτο-συγγραφική σκυτάλη που διοργανώνει η Μαίρη στο blog της Γήινη Ματιά. ( 6ος γύρος).

Πατώντας το link, μπορείτε να διαβάσετε τις μέχρι τώρα συμμετοχές.


Όταν είδα τη λέξη που διάλεξε ο φίλος μας ο Βασίλης για μένα, γέλασα γιατί έτσι λέω τον άντρα μου. 

Κι όχι μόνο εγώ αλλά και οι φίλοι μας.

Ο λόγος φυσικά είναι, γιατί γυρίζει παντού με το ποδήλατο του.

Αποφάσισα λοιπόν να του αφιερώσω αυτή την ανάρτηση. 

Όντως ό,τι χρειάζομαι και δεν μπορώ να πάω με τα πόδια, πηγαίνει και μου το φέρνει με το ποδήλατο. 

Οι στιχομυθίες κάπως έτσι εξελίσσονται καθημερινά, θα μπορούσε να είναι κι ένα επεισόδιο από το Μην αρχίζεις τη μουρμούρα.

Μακάρι να ήταν αληθινός κι ο φίλος που ήρθε από το Βέλγιο με την ειδήμονα του πάτσγουρκ γυναίκα του.


Με τη σειρά μου παραδίδω την παρακάτω φωτογραφία στην επόμενη που είναι η φίλη μας η Μία




και η λέξη είναι Ιστός.

Καλή έμπνευση Μαρία μου.


Σάββατο 6 Ιουνίου 2020

ΟΙΚΙΑΚΗ ΑΥΤΑΡΚΕΙΑ!!!!





 Η Ντέζυ  έριξε τα τελευταία ρούχα στη βαλίτσα και την έκλεισε.  
Μήπως τα έβγαλε και καθόλου; Γέλασε μέσα της κι αναρωτήθηκε, με ποιο σκεπτικό είχε πάρει μαζί της τα επώνυμα συνολάκια της και τις 12ποντες γόβες;


Όταν στις αρχές Μαρτίου, πήραν την απόφαση να φύγουν, γέμισε βιαστικά τις βαλίτσες χωρίς να σκεφτεί ότι δεν είχε ξαναπάει σε χωριό!!!
Δεν ήθελε να φύγει, είχε αντιδράσει με σθένος στην αρχή, γιατί δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από  όλα όσα συνήθιζε.
Το γυμναστήριο, τα ψώνια, τα θέατρα, τους καφέδες με τις φίλες της.
Όλα αυτά , συμπλήρωναν την ημέρα της , μετά την δουλειά!!!

Χρειάστηκε να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια ο  Άλεξ για να την πείσει, ότι τίποτα δεν θα ήταν ίδιο όσες μέρες θα ήταν σε καραντίνα.
Θα ήταν κλεισμένοι μέσα στο σπίτι κι αυτοί και τα δύο τους παιδάκια.
Τον Τζακ και τη Μπέτυ 6 και 4 χρονών αντίστοιχα!!
Η μόνη έξοδος κι αυτή με χαρτί, θα ήταν στο σούπερ μάρκετ, σε φαρμακείο και σε γιατρό, αν χρειαζόταν.

Με βαριά καρδιά μπήκε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησαν για το χωριό του Άλεξ.
Τα παιδιά ήταν ενθουσιασμένα, γιατί πρώτη φορά θα πήγαιναν στο χωριό.
Τους παππούδες τους έβλεπαν, μόνον όταν εκείνοι μπορούσαν να κατέβουν στην πόλη, μερικές φορές τον χρόνο.

Οι γονείς του Άλεξ , αρκετά νέοι ακόμα, διατηρούσαν μια μικρή φάρμα στο χωριό.
Ο παππούς Ιάκωβος και η γιαγιά  Δέσποινα, όλη την ημέρα δεν σταματούσαν καθόλου.
Από νωρίς το πρωί, η έννοια τους ήταν τα ζωντανά  , οι κοτούλες , τα κατσικάκια, τα γουρουνάκια και φυσικά οι γατούλες και τα σκυλάκια.
Μετά φρόντιζαν τον μπαξέ τους , όπου ανάλογα με την εποχή,  είχαν φυτεμένα όλα τα αγαθά του κόσμου.

Μαζί τους πρώτος και καλύτερος ο μεγάλος παππούς, ο παππούς Αλέκος, έλεγχε τα πάντα και βοηθούσε όσο μπορούσε, αφού κόντευε πια τα 90.
Η μεγάλη γιαγιά, η γιαγιά Κατίνα ή αλλιώς Αλέξενα, είχε την επιμέλεια του φαγητού.
Όλη την ημέρα δεν σταματούσε να μαγειρεύει , να φτιάχνει πίτες και γλυκά!!!
Ο παππούς Αλέκος, γελούσε και καμάρωνε που είχε νέα γυναίκα, ούτε 80 χρονών κοριτσάκι.
Τη βοηθούσε να πάει στο σούπερ μάρκετ, όπως έλεγε τον λαχανόκηπό τους, από τότε που ρώτησαν τα μικρά τους εγγόνια , από πού θα ψώνιζαν για να μαγειρέψει η γιαγιά!!!

Ξεκινούσε τη μέρα της η γιαγιά Κατίνα με την προσευχή της μπροστά στην αναμμένη καντήλα και μετά συνέχιζε ακάθεκτη να παλεύει με τα κουζινικά της φτιάχνοντας ό,τι ήξερε και δεν ήξερε για να τους ευχαριστήσει όλους.
Και μη νομίζεται πως μετά σταματούσε, όχι, συνέχιζε στον αργαλειό της, που ήταν ακόμα στημένος στο πίσω δωμάτιο του σπιτιού, από τότε που ήρθε νύφη εδώ, σχεδόν παιδούλα!!!!

Ό,τι κι αν της έλεγαν, αυτή επέμενε πως ήταν η ώρα της ξεκούρασης, η ώρα της χαράς και της δημιουργίας!!!!!!!!
Αν δεν ύφαινε η ίδια το ύφασμα για τα στρωσίδια του σπιτιού, ακόμα και των ρούχων, δεν αναπαυόταν η ψυχή της.
Μπορεί να μην ήξερε τη λέξη  αυτάρκης και οικιακή αυτάρκεια,  αλλά ήταν και την εφάρμοζε μέχρι εκεί που μπορούσε κι έφταναν οι δυνατότητες της.

Και κοίτα να δεις που έχουν γίνει πάλι της μόδας τα υφαντά ρούχα κι αξεσουάρ, οι κουρελούδες και τα ριχτάρια!!!!!!!!

Η Ντέζυ, που τώρα όλοι την φώναζαν Μαργαρίτα, είχε ενθουσιαστεί με όλα αυτά και έκανε διάφορες σκέψεις κι όνειρα!!
Παλαιότερα ο Άλεξ, που τώρα όλοι τον φώναζαν Αλέξανδρο ή και Αλέκο  , είχε προσπαθήσει να την πείσει ότι μπορούσαν να συνδυάσουν την υγιεινή ζωή στο χωριό με την επαγγελματική δραστηριότητα .
Στο κάτω κάτω, είχαν σπουδάσει και οι δύο και δούλευαν σε δουλειές άσχετες με το αντικείμενό τους.
Τώρα όλα τα έβλεπε με άλλο μάτι, ιδίως τα πρόσωπα των παιδιών τους.
Η χαρά ήταν ζωγραφισμένη στα προσωπάκια  τους. Αυτά που είχαν μάθει εδώ στο χωριό, κοντά στους παππούδες και τις γιαγιάδες,  δεν θα τα μάθαιναν σε κανένα σχολείο.
Έμαθαν να ταΐζουν τις κότες και τα κατσικάκια, να ξεχωρίζουν και να αναγνωρίζουν τα λαχανικά, τα λουλούδια και τα δέντρα .
Η αγαπημένη ασχολία της μικρής Μπέτυ που τώρα όλοι την φώναζαν Δεσποινούλα, ήταν να μαζεύει μαζί με τη μεγάλη γιαγιά , χαμομήλι από το διπλανό χωράφι  και να το απλώνουν στη βεράντα επάνω σε καθαρά σεντόνια , για να στεγνώσει!!!

Όλο το χειμώνα θα έπιναν ζεστό ρόφημα και θα έλεγαν παραμύθια δίπλα στο τζάκι.
Δεν έβλεπαν την ώρα και οι δυο τους.




tasha-tudor

Ο Τζάκ, που τώρα τον φώναζαν όλοι Ιάκωβο, τρελαινόταν για βόλτες με τα μικρά αλογάκια.
Ο παππούς Ιάκωβος κρατούσε το χαλινάρι και τον πήγαινε γύρω γύρω στην αυλή.

Αλλά και η ίδια είχε διδαχτεί πάρα πολλά όλο αυτό τον καιρό!
Πρώτα πρώτα είχε μάθει να μαγειρεύει και μάλιστα πολύ ωραία, ακόμη και φύλλο προσπάθησε να ανοίξει με τη βοήθεια της γιαγιάς.
Δεν την έφτανε βέβαια ακόμα,αλλά συνέχιζε τις προσπάθειες.

Αυτά που την ενδιέφεραν όμως περισσότερο, ήταν τα υφαντά και η λεβάντα.
Σκεφτόταν να αξιοποιήσει το πτυχίο του Χημικού που είχε, βάφοντας η ίδια το μαλλί που έπαιρναν από τα πρόβατα ή  παρασκευάζοντας αιθέρια έλαια και σαπούνια, τα οποία θα μπορούσαν να πουληθούν ακόμα και στο εξωτερικό.
Εδώ θα ήταν χρήσιμο το πτυχίο του Άλεξ η Αλέξανδρου ή Αλέκου, αφού σπούδασε marketing.
Τελικά είχε δίκιο ο αγαπημένος της, πολλά μπορούσαν να κάνουν σ αυτό τον ευλογημένο τόπο. 

Έμενε να σκεφτεί με πιο τρόπο θα το ανακοίνωνε στη μητέρα της.
Η οποία σίγουρα θα διέδιδε στις φίλες της ότι η κόρη της  θα εξετρεφε στη φάρμα της σπάνια άλογα για ιππασία.
Ούτε λόγος για κατσίκια και πρόβατα ούτε για λαχανόκηπο και κοπριά, φυσικά! 😂😂

  -Μαργαρίτα, είσαι έτοιμη;
Μας περιμένουν για το αποχαιρετιστήριο δείπνο. Η γιαγιά έφτιαξε ό,τι καλύτερο μπορούσε κι ετοίμασε και τις τσάντες που θα μας δώσει γεμάτες πεσκέσια!
 -Λοιπόν, παιδιά μου, ας πιούμε στην υγειά μας κι άλλο κακό να μη μας βρει!!!
Ο παππούς σήκωσε το ποτήρι του κι αμέσως τον ακολούθησαν όλοι.
-Μας δώσατε μεγάλη χαρά με τον ερχομό σας εδώ. Όσο σκεφτόμασταν ότι θα περνούσατε όλες αυτές τις μέρες κλεισμένοι σε 4 τοίχους, αρρωσταίναμε!!!!!!
Τώρα ελπίζουμε να μας έρχεστε πιο συχνά, να ας πούμε για τις καλοκαιρινές σας διακοπές, ε, τι λέτε;
Τα παιδικά ματάκια άστραψαν και τα κεφαλάκια γύρισαν για να κοιτάξουν τους γονείς τους.
-Αλήθεια, μπορούμε να ξανάρθουμε μαμά; Είπαν με μια φωνή.
Θα μας λείψουν οι κοτούλες και τα κατσικάκια και οι βόλτες σε όλο το κτήμα με τις γιαγιάδες και τους παππούδες.
Η ερώτηση πήγε αποκλειστικά στη μαμά τους, τη Μαργαρίτα, γιατί τα αυτάκια τους είχαν πιάσει μερικές φορές την απέχθεια της για το χωριό!!!
14 ζευγάρια μάτια κι άλλα τόσα αυτιά , περίμεναν την απάντηση της.
-Μάλλον δεν θα μπορέσουμε να έρθουμε, άρχισε να λέει κι αμέσως η συννεφιά απλώθηκε στα πρόσωπα όλων, γιατί για να έρθουμε, βιάστηκε να συμπληρώσει, πρέπει πρώτα να φύγουμε , οπότε αποφασίσαμε με τον μπαμπά σας, να μείνουμε εδώ και να κάνουμε μια καινούργια αρχή!
Τι λέτε, συμφωνείτε όλοι;
Το ουράνιο τόξο ανέτειλε στα πρόσωπα τους κι αυτή ήταν η απάντηση στην ερώτηση της Μαργαρίτας, πρώην Ντέζυ.



Αυτή ήταν η συμμετοχή μου , στη φωτογραφική σκυτάλη που διοργανώνει η Μαίρη στη Γήινη Ματιά της
Τη φωτογραφία την παρέλαβα από την Ελένη, μαζί με την λέξη Αυτάρκης , που έπρεπε να συμπεριλάβω στο κείμενο.


Με τη σειρά μου δίνω τη σκυτάλη στη Μαρία με την πιο κάτω φωτογραφία και τη λέξη, όνειρα .


Πηγή





Καλή επιτυχία Μαρία!!!

Κυριακή 12 Απριλίου 2020

ΠΟΙΑ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΟ ΤΟ ΨΕΜΑ;;;;;;


Μια ιστορία από στιχάκια / συλλογικό διήγημα - συμμετοχή.

                                           

                                   


                                                   ΤΙΤΛΟΣ 8ου κεφαλαίου.

                                     ΠΟΙΑ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΟ ΤΟ ΨΕΜΑ;

Άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε έκπληκτος όλους αυτούς που ήταν γύρω του.
Γιατί τον κοίταζαν έτσι, λες κι έβλεπαν φάντασμα;
Και μήπως δεν έβλεπαν;
Πριν από λίγο το μηχάνημα, έδειχνε μια ίσια γραμμή και τώρα άρχισε ξαφνικά να δουλεύει.
-Είναι δυνατόν; Ψέλλισε η νοσοκόμα.
-Όλα είναι δυνατά, είπε ο γιατρός.  Έχω ακούσει για τέτοια θαύματα, αλλά πρώτη φορά το βιώνω!
Κάτι δεν έχει τελειώσει εδώ στη Γη και ίσως με αυτή τη δεύτερη ευκαιρία, του δίνετε η δυνατότητα να το κάνει!
Ίσως για να γίνει καλύτερος άνθρωπος, ποιος ξέρει;
Καλύτερος άνθρωπος; σκέφτηκα ο Άλκης. Ναι μπορεί, μπορεί να προλάβαινε να διορθώσει κάτι.

 Πάντα πάντα θα ναι αργά, δεύτερη ζωή δεν έχει.
Η μήπως έχει;

Στην αποθήκη του κήπου , όπου έβαζαν τα εργαλεία, ίσα που χωρούσαν οι δυο αδερφές
-Σου το ξαναλέω, έτσι θα γίνει και δεν θα καταλάβει τίποτα. Όσες φορές κι αν σε συμβουλέψω, εσύ δεν πρόκειται να βρεις το κουράγιο να του πεις αυτά που θέλεις.
Είναι δυνατόν να μη σε αφήνει ούτε να μιλήσεις;
Τι θα πει βάζει το δάχτυλο στα χείλη σου και σου λέει να νοιώσεις την ευτυχία;
Έτσι είναι η ευτυχία; Ίσως βέβαια για εκείνον , έτσι να είναι.
Αν το κάνει και σε μένα, θα του το δαγκώσω, να ξέρεις!
Μα πόσο εγωιστής Θεέ μου!
-Δεν ήταν έτσι στην αρχή.

-Οι βέρες ήτανε χρυσές, χρυσές κι οι αλυσίδες, είπε η Θάλεια.

-Άλλαξε από τότε που άρχισε να αναλαμβάνει υποθέσεις σαν του Αυγερινού και να  κερδίζει περισσότερα χρήματα.
Έγινε αλαζόνας, κτητικός, καχύποπτος!!
Κάθε μέρα μου τονίζει πόσο τυχερή είμαι που δεν χρειάζεται να βγω στη ζούγκλα για να δουλέψω και πως όλα αυτά  τα κάνει για μένα!
Θαρρείς και του το ζήτησα!!!!
-Έχτισε ένα χρυσό κλουβί , έβαλε το καναρίνι του μέσα κι αυτό πρέπει να του τραγουδάει έχει δεν έχει όρεξη.

Μα να μη μου μοιάσεις καθόλου στον χαρακτήρα;
Εσύ είσαι γλυκιά και μαλακιά σαν σαντιγί κι εγώ πικρή και στυφή σαν …
-Πικραμύγδαλο, έτσι σε έλεγε η μαμά.
-Η σαντιγί και το πικραμύγδαλο, είπαν και οι δυο με μια φωνή και ξέσπασαν στα γέλια.
Μόνο η μαμά μπορούσε να μας ξεχωρίσει, όσες φορές κι αν αλλάζαμε τα ρούχα μας.
Μας κοίταζε στα μάτια κι έλεγε πως βλέπει ένα αγγελούδι σε σένα κι ένα διαβολάκι σε μένα.
Κι εμείς τρέχαμε στον καθρέφτη να δούμε τα μάτια μας!!
 Μου λείπουν πολύ, Ερατώ μου.
-Κι εμένα Θάλεια μου.
Ευτυχώς που έχουμε η μία την άλλη, είπαν κι αγκαλιάστηκαν.
Πού να ήξεραν ότι ήταν το τελευταίο αγκάλιασμα!

Με βιαστικές κινήσεις, όσο τις επέτρεπε ο λίγος χώρος που υπήρχε ανάμεσα στα εργαλεία, οι δυο αδερφές άλλαξαν ρούχα.
-Μη ξεχάσεις το κινητό μου, είπε η Ερατώ και της το έδωσε.


Όση ώρα τον περίμενε στο σαλόνι, σκεφτόταν αυτά που της εκμυστηρεύτηκε η αδερφή της πριν λίγο!
Δεν πίστευε στα αυτιά της!!
Η Ερατώ  περίμενε παιδί, επιτέλους θα γινόταν μανούλα μετά από τόσα χρόνια!
Αλλά τότε γιατί ήθελε να φύγει, γιατί ήθελε διαζύγιο;
Και της τα εξήγησε όλα.

-Θυμάσαι , πριν 2 μήνες που ετοιμαζόσουν για το ταξίδι σου στην Αμερική; Είχα έρθει πρωί πρωί, μόλις έφυγε ο Δημήτρης, για να σε αποχαιρετίσω.
Δεν ήσουν εκεί κι έμεινα να σε περιμένω.
Είχα καιρό να έρθω στον Παράδεισό μας, όπως το έλεγαν οι γονείς μας .
Βγήκα στο μπαλκόνι να απολαύσω την υπέροχη θέα , την απέραντη θάλασσα που απλώνονταν στα πόδια του.
Γι αυτή τη θέα έχτισαν αυτό το σπίτι και το ονόμασαν Παράδεισο.
Όλα ήταν τόσο ήρεμα , τόσο γαλήνια!
Τίποτα δεν προμήνυε το κακό που ερχόταν.

Η  ανάμνηση τους με συνεπήρε τόσο, που δεν άκουσα το αυτοκίνητο που ήρθε , ούτε τα κλειδιά στην πόρτα. 
Κάποια στιγμή ένιωσα ένα χέρι να με χτυπάει απαλά στον ώμο και μια σιγανή φωνή να λέει, Θάλεια , συγνώμη, δεν ήξερα ότι ήσουν εδώ. Ο Δημήτρης μου είπε ότι έφυγες ταξίδι.
Γύρισα τρομαγμένη , το φλιτζάνι του καφέ , έφυγε από τα χέρια μου κι έπεσε με θόρυβο στα πλακάκια.
 Έτρεμα ολόκληρη.
-Πώς , πώς μπήκες ; κατάφερα και ψέλλισα.
-Ήρθα να πάρω ένα φάκελο με δικογραφίες  του Δημήτρη,  που κρατούσε φυλαγμένο στο χρηματοκιβώτιο εδώ.

-Ναι το συνήθιζε για μεγαλύτερη ασφάλεια. Κανένας δεν γνώριζε αυτό το σπίτι.
Ερχόταν όμως μόνο όταν ήταν σίγουρος ότι έλειπες..

-Σε τρόμαξα όμως και λυπάμαι πολύ γι αυτό.
Έλα , πάμε μέσα να σου βάλω κάτι να πιεις, να συνέλθεις, τρέμεις ολόκληρη.
Τον ακολούθησα μηχανικά και ούτε που σκέφτηκα να του πω ότι δεν ήμουν εσύ.
Καθίσαμε στο σαλόνι, ήπια δυο γουλιές από το κρασί που μου έβαλε και προσπαθούσα να συνέλθω από την τρομάρα που πήρα.
Όσο το οινόπνευμα ζέσταινε το αίμα μου καθώς κατέβαινε, πήρε τα παγωμένα χέρια μου στα δικά του για να  τα ζεστάνει.
-Ξέρεις Θάλεια, ποτέ δεν είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε εμείς οι δυο.
Μπορεί να μοιάζεις με την αδερφή σου, αλλά ξεχωρίζεις για τον δυναμισμό σου.
Σε θαυμάζω!
-Δεν μπόρεσα να μη σκεφτώ ότι η σατανική φλόγα θα άστραψε στο βλέμμα μου, αλλά κι αν ακόμα την είδε , σίγουρα θα την παρερμήνευσε.

Συνέχιζε να μου κρατάει τα χέρια και να μου μιλάει τρυφερά.
Ήταν βάλσαμο τα λόγια του για την πληγωμένη μου καρδιά κι ας ήξερα ότι προοριζόταν για σένα.
Σηκώθηκε να βάλει ένα ποτό και γι αυτόν, έβαλε μουσική και ξαναγύρισε κοντά μου.
Εγώ εν τω μεταξύ , άδειασα μονορούφι το κρασί κι όπως ήταν ακόμη πρωί , με χτύπησε κατ ευθείαν στο κεφάλι.
Με πήρε στην αγκαλιά του και με φίλησε.
Μόνη εσύ, μόνος αυτός, δεν υπήρχαν εμπόδια.
Μετά όλα τελείωσαν, χάθηκαν. Δεν υπήρχε κανείς εκτός από μένα κι εκείνον.
Ούτε που σκεφτόμουν ότι μπορούσες να έρθεις από στιγμή σε στιγμή!
Όταν συνήλθαμε, του ζήτησα να μην πει τίποτα στον Δημήτρη για ότι έγινε.
Έφυγε λέγοντας μου ότι θα περιμένει με λαχτάρα να γυρίσω από το ταξίδι μου.


-Δεν μπόρεσα να σου το πω όταν γύρισες από τα τελευταία ψώνια που είχες πάει, δεν πίστευα ότι έγινε όλο αυτό.
Δεν ήθελα και να σε ταράξω λίγο πριν φύγεις. Τι να σου έλεγα , ότι πριν από λίγο είχες  μια ερωτική συνεύρεση εν αγνοία σου;
Σκόπευα να σου μιλήσω τώρα που γύρισες από το ταξίδι σου,  για να ξέρεις πώς να τον αντιμετωπίσεις αν σε προσεγγίσει..
-Μπράβο αδερφούλα , να είσαι καλά που με σκέφτηκες, είπε ειρωνικά η Θάλεια.
Μπράβο και στον Άλκη, πολύ αποφασιστικός!!!!!!!!!!!!!
Και δεν του τόχα. Πίστευα ότι ήταν ερωτευμένος με σένα, κι απορώ πώς δεν το έχει καταλάβει ο Δημήτρης τόσο καιρό.
-Για ποιο Άλκη μιλάς, εγώ σου μιλάω για τον Γιάννη, τον φίλο του Δημήτρη. Τον Άλκη δεν θα τον έστελνε ποτέ εδώ για να πάρει τις δικογραφίες . Έπαψε να του έχει εμπιστοσύνη από τότε που τον είδε να μιλάει με τον Αυγερινό.


Η Θάλεια ακόμη δεν πίστευε όλα αυτά που είχε ακούσει πριν λίγο από την αδερφή της.
Η πόρτα άνοιξε και είδε μπροστά της τον Δημήτρη.

-Γεια σου αγάπη μου. Πόσο ευτυχισμένος είμαι που γύρισα στη φωλίτσα μας!!!! Θα στο πω για άλλη μια φορά. Είσαι πολύ τυχερή που….
Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του, η Ερατώ δλδ η Θάλεια τον σταμάτησε λέγοντάς του.
-Δημήτρη, μοναδική μου αγάπη, φεύγω, σε εγκαταλείπω. Βρες έναν από τους φίλους σου τους δικηγόρους να αναλάβουν το διαζύγιο μας.
Πέρασε δίπλα από τον εμβρόντητο Δημήτρη, πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου που μόλις τα είχε αφήσει στο τραπεζάκι , ευτυχώς, άνοιξε την πόρτα και βγήκε.
Κατέβηκε γρήγορα τα σκαλοπάτια, μπήκε στο αυτοκίνητο, πέταξε στη θέση του συνοδηγού το τηλέφωνο της αδερφής της, που κρατούσε τόση ώρα σφικτά στα χέρια της και με ένα γρήγορο μαρσάρισμα, βγήκε από την μεγάλη πόρτα.



Το σχέδιο είχε αλλάξει. Δεν γινόταν , μετά από τον τρόπο που του μίλησε, να διασχίσει το τεράστιο σαλόνι και να βγει από την πόρτα της κουζίνας για να πάει στην αποθήκη όπου την περίμενε η άλλη Ερατώ , η αληθινή.
 Θα την ακολουθούσε και θα την σταματούσε σίγουρα .
Και τότε θα ανακάλυπτε την αλλαγή. 
Πόσο θα ήθελε να έβλεπε τι έκανε τώρα η ΜΟΝΑΔΙΚΗ της αγάπη, σκέφτηκε ειρωνικά!
Πάτησε το play και η ζεστή φωνή του Βασίλη, γέμισε το χώρο.
θα φύγω εγώ γιατι μπορώ να σε πληγώσω

Μετά από το πρώτο σοκ, ο Δημήτρης έτρεξε στην πόρτα και είδε το αυτοκίνητο ΤΟΥ στο βάθος του δρόμου.
Γύρισε γρήγορα για να τηλεφωνήσει στον φίλο του τον Γιάννη και δεν είδε ένα άλλο αυτοκίνητο με τα φώτα σβηστά που  ακολούθησε αυτό του Δημήτρη.

Ο οδηγός του έστειλε ένα μήνυμα κάπου.
Ξαναβγήκε από το σπίτι, τον ακολουθώ.


-Τρέχα γρήγορα να την φέρεις πίσω. Σίγουρα θα πηγαίνει  στην αδερφή της, αυτή θα τη συμβούλεψε να το κάνει αυτό.
Ακόμα δεν γύρισε, το έκανε το θαύμα της!
Τι θα πει δεν θα πας.
Εγώ θα τρέξω από πίσω της; Την αχάριστη μετά όλα όσα έχω κάνει για κείνη ;
Δεν πάω πουθενά. Θα περιμένω μέχρι αύριο το πρωί κι αν δεν γυρίσει, θα δει έναν άλλο Δημήτρη!!!!
Ο Γιάννης περίμενε με λαχτάρα να γυρίσει η Θάλεια για να την ξαναδεί . Δεν θα ήθελε να βρεθούν κάτω από αυτές τις συνθήκες ,ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά!
Ήταν υποχρέωση του φίλου του να τα βρει με τη γυναίκα του.
Πολλές φορές του είχε μιλήσει για τη συμπεριφορά του απέναντι της, αλλά δεν άκουγε κουβέντα.


Οδηγώντας γρήγορα η Θάλεια, σκέφτηκε ότι έπρεπε να τηλεφωνήσει στην αδερφή της , να της πει για την αλλαγή του σχεδίου.

Μέσα στην αποθήκη με τα εργαλεία , η Ερατώ αγωνιούσε.
Είχε ακούσει το αυτοκίνητο του Δημήτρη που σταμάτησε μπροστά στο σπίτι και σε λιγότερο από δέκα λεπτά το άκουσε να ξαναφεύγει μαρσάροντας.
Τι να είχε γίνει; Γιατί αργούσε να έρθει η Θάλεια;
Το  τηλέφωνο που χτύπησε μέσα στη σιγαλιά, έκανε τη Ερατώ να αναπηδήσει.
 Ο ήχος του ερχόταν  από την τσάντα της Θάλειας .
Με χέρια που έτρεμαν το άνοιξε και είδε ότι την καλούσε η αδερφή της.
-Μη μιλάς κι άκου, την άκουσε να λέει.
Μόλις έφυγα από το σπίτι με το αυτοκίνητο του Δημήτρη..
-ΤΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΤΟΥ; τρελάθηκες;
Τώρα είναι που θα μας σκοτώσει και τις δυο!!!!
Ναι , δεν γινόταν αλλιώς, θα σου τα πω όλα μετά.
Το δικό μου το έχω αφήσει εκεί που ξέρεις. Βγες προσεκτικά , πάρτο κι έλα στο σπίτι μας, στον Παράδεισο μας.
Να προσέχεις.
-Έτσι θα κάνω. Κι εσύ να προσέχεις.
-Θα τα πούμε σε λίγο. Σ αγαπώ.

Η Ερατώ  με χίλιες προφυλάξεις, έκανε ό,τι της είπε η αδερφή της και σε λίγη ώρα ήταν στο σπίτι τους.
Το κρύο ήταν τσουχτερό. Άναψε το καλοριφέρ, τυλίχτηκε με μια κουβέρτα και κάθισε στα σκοτεινά να την περιμένει.


Τι αυτοκίνητο είναι αυτό, τόση ώρα πίσω μου, είπε μονολογώντας η Θάλεια.
Με έχουν τυφλώσει τα φώτα του έτσι όπως χτυπάνε στον καθρέφτη, είπε κι άπλωσε το χέρι της για να τον στρίψει λίγο.
Για δευτερόλεπτα πήρε τα μάτια της από το δρόμο, ήταν όμως αρκετά για να μη δει την μηχανή που ερχόταν καταπάνω της.
Έκοψε το τιμόνι απότομα αλλά δεν απέφυγε τη σύγκρουση.
Θεέ μου, χτύπησα τη μηχανή. 
Ήταν τα τελευταία της λόγια.

Ένα χέρι της χάιδεψε τα μαλλιά.
-Γύρισες επιτέλους;
-Θάλεια εγώ είμαι , ο Γιάννης, έλα σήκω, πρέπει να πάμε στο σπίτι της αδερφής σου.
-Γιάννη;  Τι θέλεις εσύ εδώ; Γιατί να πάμε στης αδερφής μου; είπε καθώς σηκωνόταν.
-Η Ερατώ είχε ένα ατύχημα πριν από λίγο, πρέπει να έρθεις μαζί μου.

Δεν άκουσε τίποτε άλλο. Όλα γύρω της έγινα μαύρα και σωριάστηκε κατά γης.

Από μακριά παρακολούθησε τη νεκρώσιμη ακολουθία.  
Αισθανόταν υπεύθυνη για το χαμό της αδερφής της.
Αν δεν είχε  δεχτεί το σχέδιό της,  θα ζούσε.
Τώρα έπρεπε να εξαφανιστεί μέχρι να γεννηθεί το παιδί , σκέφτηκε κι έφερε το χέρι στην κοιλιά της.
Μετά θα αποφάσιζε αν θα το αποκάλυπτε στον πατέρα του.
Από δω και πέρα θα ζούσε σαν Θάλεια, η Ερατώ  είχε πεθάνει.

1ο κεφάλαιο: Ένα χειμωνιάτικο βράδυ (γράφει ο Giannis Pit)

2ο κεφάλαιο: το παρελθόν εκδικείται (γράφει η Mary Pertax)

3ο κεφάλαιο: Σπασμένη πυξίδα (γράφει η Μαρίνα Αντωνίου)

4o κεφάλαιο: Μεγαλώνουν οι σκιές (γράφει η Anna Flo)

5ο κεφάλαιο: Το σκάκι (γράφει η Κάτια) 

6ο κεφάλαιο: Ομίχλη (γράφει η Mia)

7ο κεφάλαιο: Ώρα μηδέν. (γράφει η Μαριάννα)

8ο κεφάλαιο: Ποια η αλήθεια και ποιο το ψέμα; (γράφει η Ρένα)


Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο διαδικτυακό δρώμενο της Κατερίνας [ pause blog ]
Ελπίζω να στάθηκα αντάξια της υπόλοιπης παρέας. Ήταν μια πολύ  ευχάριστη εμπειρία.
Καλή μεγάλη εβδομάδα σε όλους σας.


Τα τραγούδια των οποίων οι στίχοι αναφέρθηκαν πιο πάνω είνα騨

1. Το παράπονο
Ποίηση Οδυσσέα Ελύτη
Μουσική Δημήτρη Παπαδημητρίου
Πρώτη εκτέλεση Ελευθερία Αρβανιτάκη 

2. Άνοιξε το παράθυρο.
Στίχοι Ερρίκος Θαλασσινός
Μουσική  Γιώργος Χατζηνάσιος
Τραγούδι Αντώνης Καλογιάννης

3. Θα φύγω εγώ.
Στίχοι Οδυσσέας Ιωάννου
Μουσκή  Θέμης Καραμουταρίδης
Τραγούδι Βασίλης Παπακωνσταντίνου


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...